ΑΠΟΨΕΙΣ

Το 65% σε μισθούς, ελάχιστα στον σκοπό

Να δεχθούμε ότι τα κανονικά κράτη, όχι όλα, αλλά εκείνα που δεν έχουν ξετρελαθεί ακόμη με τον νεοφιλελευθερισμό, είναι υποχρεωμένα να προσφέρουν στους πολίτες υπηρεσίες που δεν αποφέρουν κέρδος. Να τις χρηματοδοτούν και να τις συντηρούν προκειμένου να παράγουν «αγαθά» απαραίτητα για τη διατήρηση της συνοχής του κοινωνικού συνόλου ή για να εξασφαλίζουν ένα περιβάλλον ευνοϊκό για τη ζωή και τη λειτουργία. Αυτή άλλωστε είναι και η έννοια της φορολόγησης του καθενός, ανάλογα βέβαια με τις δυνατότητές του.

Υποτίθεται ότι η τήρηση αυτής της κανονικότητας προϋποθέτει την ύπαρξη και τη λειτουργία σε ορθολογιστική βάση των υπηρεσιών. Ομως στην Ελλάδα δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο, όπως αποδεικνύεται για άλλη μία φορά από όσα αποκάλυψε χθες και προχθές ο υφυπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης Γ. Γεωργαντάς για τα ΕΛΤΑ. Οτι δηλαδή πρέπει να ενισχύονται με 72 εκατομμύρια τουλάχιστον τον χρόνο από τον κρατικό προϋπολογισμό προκειμένου να υπάρχουν και ότι περίπου το 65% των δαπανών τους πηγαίνει σε μισθούς. Γιατί δεν φρόντισαν να προσαρμοστούν στις εξελίξεις των καιρών.

Αυτό ακριβώς είναι και το μεγάλο διαχρονικό πρόβλημα για τους περισσότερους οργανισμούς, εταιρείες και υπηρεσίες του ελληνικού Δημοσίου, περιλαμβανομένων των Περιφερειών και των ΟΤΑ. Δημιουργήθηκαν κάποια στιγμή για να παράγουν ή να επιτελούν κάποιο έργο και στη διαδρομή ο σκοπός ξεχάστηκε ή υποβαθμίστηκε πλήρως. Μεταλλάχθηκαν σε μηχανές προσλήψεων και σε χώρους εξασφάλισης θέσεων απασχόλησης και περιφρούρησης… κεκτημένων. Οι ισολογισμοί τους αποκαλύπτουν την πραγματικότητα, καθώς το 60%-70% των δαπανών τους πάει σε μισθούς, ακόμη ένα ποσοστό είναι τα υπόλοιπα λειτουργικά έξοδα και απομένει ελάχιστο ποσοστό για την εκπλήρωση του σκοπού ύπαρξής τους. Με τη βεβαιότητα πάντα ότι το κράτος, δηλαδή οι φορολογούμενοι, θα σπεύσουν να καλύψουν το κενό για υπηρεσίες που είτε δεν έχουν είτε είναι κακές.

Εκείνο επίσης που… επετεύχθη μέσα από άσκηση δεκαετιών είναι ότι πολλοί οργανισμοί, εταιρείες, υπηρεσίες –και παλιότερα τράπεζες– του Δημοσίου είναι ότι η στελέχωσή τους θυμίζει οικογενειακές επιχειρήσεις. Οικογένειες, ολόκληρα σόγια, συμπατριώτες και κοντοχωριανοί βρίσκουν θαλπωρή με αμοιβή. Για παράδειγμα, ένας οργανισμός είναι γεμάτος Κοντογιώργηδες, τα ξαδέλφια και τους κουμπάρους τους, μια δημόσια εταιρεία ξεχειλίζει από Μικροβουνιώτες και της γύρω περιοχής, εντελώς τυχαία οι Ζουγαλόπουλοι μαζί με τους Περβανίδηδες καλύπτουν το 80% των θέσεων σε μια υπηρεσία.

Εστω και με κάποια υπερβολή, αυτό είναι το πνεύμα που κυριαρχεί ακόμη και σήμερα στο ευρύτερο Δημόσιο. Γιατί έτσι το θέλουν κυβερνήσεις, κόμματα, δήμαρχοι, περιφερειάρχες, συνδικαλιστές και εντέλει σχεδόν η κοινωνία ολόκληρη. Με λίγα λόγια, αυτά είναι τα ήθη και τα έθιμα που καθορίζουν την κανονικότητα της χώρας μας. Εξ ου και η ανάγκη της συνεχούς οικονομικής ενίσχυσης οργανισμών, εταιρειών και υπηρεσιών του Δημοσίου.