ΑΠΟΨΕΙΣ

…Κι έζησαν ευσυνείδητα μια κρυμμένη ζωή

Ο ιερέας του μικρού χωριού στις αυστριακές Αλπεις προεξοφλεί: «Η θυσία σου δεν θα ωφελήσει κανέναν». Ομως ο Φραντς Γαιγκερσταίτερ δεν έχει άλλη επιλογή παρά να ακολουθήσει τη συνείδησή του. Ταλανίζεται αλλά είναι μονόδρομος. Ο παράδεισος της φύσης, της αγροτικής ζωής, της οικογενειακής ευτυχίας που απολαμβάνει με τη γυναίκα του Φραντσίσκα και τις τρεις ολόξανθες κορούλες τους, η αρμονία από απλά υλικά και χαμηλές προσδοκίες, αποτελούν μια ειδυλλιακή συνθήκη αλλά η εποχή δεν προσφέρεται για ήρεμες απολαύσεις. Βρισκόμαστε στο 1939, ο πόλεμος ξεκινά, ο Χίτλερ κερδίζει έδαφος και ο Φραντς καλείται στον στρατό. Ομως αυτός ο φιλήσυχος και ταπεινός αγρότης αρνείται να υπηρετήσει το Τρίτο Ράιχ. Δεν μπορεί να δηλώσει πίστη σε έναν ηγεμόνα παράφρονα, να πάρει μέρος σε θηριωδίες. Κατατάσσεται μεν, αλλά δηλώνει αντιρρησίας συνείδησης. Κι αυτή η απόφαση έχει μόνο μια κατάληξη. Στην αρχή εγκλεισμό σε ψυχιατρικές φυλακές (τι άλλο θα μπορούσε να είναι, εξάλλου, ένας αντιρρησίας συνείδησης από τρελός, πώς αλλιώς θα τους εξουδετέρωνε για να μη δημιουργήσουν κραδασμούς το ναζιστικό –κι όχι μόνο– καθεστώς;)· στη συνέχεια, καταδίκη και θάνατος.

Η ιστορία που αφηγείται ο Αμερικανός σκηνοθέτης Τέρενς Μάλικ στο «Μια κρυφή ζωή» είναι πραγματική. Ο Φραντς Γαιγκερσταίτερ, σήμερα ήρωας, τότε ήταν απόβλητος. Η μικρή κοινωνία του χωριού τον περιφρόνησε και του επιτέθηκε, φέρθηκε τιμωρητικά στην οικογένεια που άφησε πίσω του. Η Φραντσίσκα ήταν η μόνη που τον στήριξε στην απόφασή του, παρά τον οδυνηρό εσωτερικό διχασμό της. Ο Μάλικ, χρησιμοποιώντας κι εδώ, όπως σε προηγούμενες ταινίες του, την αφήγηση σε voice over, συνθέτει από πραγματικά στοιχεία (επιστολές) και μυθοπλαστικά μια βιογραφία, λογοτεχνικών προδιαγραφών. Η αντίστιξη ανάμεσα στην Εδέμ των Αλπεων, στο κάλεσμα μιας εκρηκτικής φύσης, και στο σκοτάδι της γερμανικής φυλακής, στη σωματική καταπόνηση και στην ψυχική εξαθλίωση, δεν καταγράφεται τόσο στην εικόνα όσο στον λόγο. Ο συναισθηματικός Γολγοθάς, που δεν βρίσκει ανακούφιση ούτε στην Εκκλησία, ούτε στην προσευχή, παρά μόνο, ίσως, στις λέξεις και στις σκέψεις. Στέλνει γράμματα από τη φυλακή (και πιο πριν από τον στρατό) στη γυναίκα του, κι εκείνη του απαντά μεταφέροντας εικόνες από έναν οριστικά χαμένο παράδεισο. Ο Φραντς ξέρει ότι ο θάνατός του δεν θα έχει κανένα αντίκτυπο στη ναζιστική ηγεμονία, ότι σύντομα θα λησμονηθεί, ποιος θα θυμάται την αντι-ναζιστική χειρονομία ενός ασήμαντου αγρότη; Ενας ακόμη ανάμεσα στους εκατοντάδες εκτελεσμένους εκείνης της περιόδου.

Είναι, όμως, έτσι, τελικά; Λίγο πριν από τους τίτλους του τέλους ο Μάλικ επιλέγει ένα απόσπασμα –για την ακρίβεια τον επίλογο– από το βιβλίο της Βρετανίδας  Τζορτζ Ελιοτ (λογοτεχνικό ψευδώνυμο της Μαίρη-Αν Εβανς, 1819-1880), «Middlemarch»: «…Η επιρροή όμως της ύπαρξής της σ’ εκείνους που την περιέβαλλαν διαχεόταν σε ανυπολόγιστο βαθμό: διότι το καλό που επεκτείνεται μέσα στον κόσμο εν μέρει εξαρτάται από μη αναφερόμενες από την ιστορία πράξεις· και για το ότι τα πράγματα δεν είναι τόσο δυσμενή μ’ εσάς και με μένα όπως θα μπορούσαν να είναι, οφείλεται εν μέρει στα πλήθη εκείνων που έζησαν ευσυνείδητα μια κρυμμένη ζωή, και αναπαύονται σε δίχως επισκέπτες τάφους» (εκδ. Ινδικτος).

Οι «κρυμμένες ζωές», λοιπόν. Οσες δεν καταγράφονται παρά en passant, σε εκ των υστέρων συζητήσεις. «Θυμάσαι τον/την»; Δεν ζουν πια, μια ξεθωριασμένη μνήμη τους επαναφέρει. Δεν είναι ακριβώς απόντες, δεν είναι ακριβώς λησμονημένοι. Κατοικούν ανάμεσα στη μνήμη και στη λήθη. Κι όσο υπήρχαν εν ζωή ήταν καταδικασμένοι να είναι δευτεραγωνιστές, κομπάρσοι. Ο Φραντς αυτό πίστευε, όμως η δική του γενναία πράξη βρήκε μετά θάνατον τη θέση που της αναλογούσε. «Γενναία» όχι γιατί έσωσε κάποιους άλλους, ούτε καν τον εαυτό του. Δεσμεύθηκε όμως στο δίκαιο της συνείδησής του. Αρνήθηκε να υπηρετήσει το Κακό, να θέσει την «ασήμαντη» ύπαρξή του στη διάθεση ενός εγκληματικού μηχανισμού.

Στα ελάχιστα τετραγωνικά του κελιού του, με τον χρόνο να απλώνεται σαν λευκό σεντόνι μπροστά του σκέφτεται: «Κάποτε βιαζόσουν, ποτέ δεν είχες χρόνο. Τώρα έχεις όσα χρειάζεσαι». Στον τάφο του θα αρκούσε η φράση: Ο Φραντς Γαιγκερσταίτερ, ήταν ένας άνθρωπος που «δεν μπορούσε να κάνει κάτι που θεωρούσε λάθος».