ΑΠΟΨΕΙΣ

Αναποτελεσματική δημοκρατία και λαϊκισμός

capture--78

Η συζήτηση για τον λαϊκισμό περιστρέφεται γύρω από τον ορισμό του και τα αίτια της ανόδου του, ενώ σπάνια επικεντρώνεται στο πώς μελλοντικά θα καμφθεί η ζήτηση για λαϊκιστικές κυβερνήσεις και πολιτικές. Ακόμα και όσοι συμπαθούν τον λαϊκισμό, γιατί αυτός συντελεί στην αυξημένη πολιτική συμμετοχή και στην έκφραση συμφερόντων παραγκωνισμένων ή αδύναμων ομάδων, αντιλαμβάνονται ότι μπορεί να γίνει απειλητικός για τη δημοκρατία. Οι λαϊκιστές, εκφράζοντας την πεποίθησή τους ότι αυτοί εκπροσωπούν αυθεντικά τον λαό, υπονομεύουν την ανεξαρτησία της δικαστικής εξουσίας και των μέσων μαζικής ενημέρωσης από την εκτελεστική εξουσία και εξισώνουν τους αντιπάλους τους με εξωτερικούς εχθρούς. Επιπλέον, αν ο λαϊκισμός είναι δεξιόστροφος, περιορίζει την προστασία των μειονοτήτων και των προσφύγων και μεταναστών. Αν είναι αριστερόστροφος, πιέζει πολύ τις ιδιωτικές επιχειρήσεις και τα μεσαία και ανώτερα εισοδήματα. Επίσης, υιοθετεί μέτρα, όχι γενικά υπέρ των λαϊκών στρωμάτων, αλλά ειδικά υπέρ ορισμένων από αυτά (π.χ., υπέρ όσων εκπροσωπούνται από επιλεγμένα συνδικάτα). Οι λαϊκιστές δίνουν πολιτική φωνή στους αδύναμους, αλλά δεν δίνουν σε όλους τους αδύναμους ίση φωνή.

Τέτοιες τάσεις υποστήριξης προς τους λαϊκιστές, αλλά και μέτρα πολιτικής λαϊκιστικών κυβερνήσεων, αντανακλούν, μεταξύ άλλων, το φαινόμενο που οι πολιτικοί επιστήμονες ονομάζουν «αναποτελεσματικότητα της πολιτικής». Αυτή προσδιορίζεται ως το αντίθετο της αποτελεσματικότητας της δημοκρατίας, η οποία ιδανικά συνίσταται στην πεποίθηση των πολιτών ότι η δημοκρατία στη χώρα τους είναι ένα ανοικτό προς όλους πολίτευμα, τους θεσμούς του οποίου μπορούν να εμπιστευθούν («εξωτερική αποτελεσματικότητα») και στην πεποίθηση των ίδιων ότι με τη συμμετοχή τους μπορούν να επηρεάσουν τις πολιτικές αποφάσεις («εσωτερική αποτελεσματικότητα»).

Πολλοί συνδέουν την αύξηση της αναποτελεσματικότητας της δημοκρατίας με την άνοδο του λαϊκισμού. Η επιστημονική έρευνα για την πολιτική αποτελεσματικότητα δεν αφορά το κατά πόσον κάποια μέτρα πολιτικής πέτυχαν τους στόχους τους, αλλά την υποκειμενική εικόνα των πολιτών για τους θεσμούς της δημοκρατίας και για τις δικές τους πολιτικές ικανότητες να τους επηρεάσουν. Η απογοήτευση από τη λειτουργία των θεσμών και η αίσθηση αδυναμίας του κάθε πολίτη, για τις οποίες κυρίως ευθύνονται όσοι είχαν κυβερνήσει προτού κυβερνήσουν οι λαϊκιστές, είναι «καλοί αγωγοί» του λαϊκισμού: αυτός είναι εκ γενετής καχύποπτος προς τους θεσμούς και έτοιμος να υποσχεθεί στους πολίτες ότι αρκεί να τον φέρουν στην κυβέρνηση (δηλαδή να κυβερνήσει το λαϊκιστικό κόμμα) για να ενδυναμωθούν εκείνοι.

Ανεξάρτητα από την αιτιώδη συνάφεια αναποτελεσματικότητας της δημοκρατίας και λαϊκισμού, η σχετική συζήτηση είναι επίκαιρη στην Ελλάδα σήμερα, όπως και κάθε φορά που έχει παρέλθει το πρώτο χρονικό διάστημα από την εκλογή μιας νέας κυβέρνησης. Μερικοί επισημαίνουν ότι βελτιώσεις σε διάφορους τομείς είναι ήδη ορατές, ενώ άλλοι ότι τελικά στην Ελλάδα δεν αλλάζει τίποτε. Tέτοιες συζητήσεις είναι συχνά αδιέξοδες, διότι στηρίζονται σε εντυπώσεις αντί για εμπειρικά δεδομένα και επηρεάζονται από την πολιτική ταυτότητα ή την πρόθεση ψήφου προς το ένα ή το άλλο κόμμα.

Υπάρχουν κάποια εμπειρικά δεδομένα για την πολιτική αποτελεσματικότητα της δημοκρατίας, αλλά έχουν νόημα μόνο αν τοποθετούνται σε συγκριτικό πλαίσιο. Ως προς την «εξωτερική αποτελεσματικότητα» της δημοκρατίας, οι Ελληνες ήταν ήδη πριν από το 2009 ιδιαίτερα δύσπιστοι προς τους δημοκρατικούς θεσμούς (κυβέρνηση, Κοινοβούλιο, κόμματα) και η εμπιστοσύνη τους προς αυτούς κατέρρευσε δραματικά από το 2010 (στοιχεία του Ευρωβαρόμετρου και της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Ερευνας – ESS). Με δυo λόγια, συγκριτικά με άλλους Ευρωπαίους που έχουν χαμηλή εμπιστοσύνη προς τους δημοκρατικούς θεσμούς, οι Ελληνες είχαν και εν μέρει εξακολουθούν να έχουν τη χαμηλότατη εμπιστοσύνη (π.χ., στο απόγειο της κρίσης, λιγότερο από το 5% των ερωτωμένων εμπιστευόταν τα πολιτικά κόμματα).

Ταυτόχρονα, όσο και παράδοξα, στην Ελλάδα η «εσωτερική αποτελεσματικότητα» δεν ήταν εξίσου χαμηλή. Οι σχετικές έρευνες στηρίζονται σε διαφορετική δειγματοληψία και τα ευρήματά τους δεν θα έπρεπε να συγκρίνονται. Οσο μας επιτρέπεται η σύγκριση, φαίνεται ότι –αντίθετα με άλλες χώρες της Νότιας και της Ανατολικής Ευρώπης που παραδοσιακά υστερούν έναντι εκείνων της Δυτικής Ευρώπης ως προς τα δύο είδη πολιτικής αποτελεσματικότητας– στην Ελλάδα υπάρχει σχετικά υψηλή «εσωτερική αποτελεσματικότητα». Οι Ελληνες ενδιαφέρονται πολύ για την πολιτική (διαχρονικό εύρημα ερευνών του ΕΚΚΕ) και πιστεύουν σε συγκριτικά μεγαλύτερο βαθμό ότι κατανοούν τα σημαντικότερα πολιτικά ζητήματα (στοιχεία της Συγκριτικής Μελέτης Εκλογικών Συστημάτων – CSES). Επίσης, όσον αφορά βασικά ζητήματα δημόσιων πολιτικών, υψηλό ποσοστό Ελλήνων (μεγαλύτερο του 40%) θεωρεί ότι θα έπρεπε να αποφασίζουν οι ίδιοι (π.χ., μέσω συχνότερων δημοψηφισμάτων) αντί για τους εκλεγμένους πολιτικούς ή τους υπηρεσιακούς παράγοντες (Μονάδα Κοινής Γνώμης και Αγοράς του Πανεπιστημίου Μακεδονίας, 2017).

Οι Ελληνες δηλαδή δυσπιστούν προς το πολιτικό σύστημα το οποίο θεωρούν κλειστό (χαμηλή «εξωτερική αποτελεσματικότητα» της ελληνικής δημοκρατίας), ενώ ταυτόχρονα πιστεύουν ότι «ξέρουν από πολιτική» και μπορούν να την επηρεάσουν (σχετικά υψηλή «εσωτερική αποτελεσματικότητα»). Το αντιφατικό εύρημα, το οποίο ήδη έχουν διαισθανθεί πολλοί και δεν προέκυψε ξαφνικά από τις έρευνες, δείχνει τα όρια αποδοχής των δημοκρατικών θεσμών σήμερα και τη δημοφιλία της ιδέας του παντοδύναμου, παρότι συχνά απληροφόρητου, πολίτη. Υποδεικνύει επίσης την κατεύθυνση τυχόν προσπαθειών για την ενδυνάμωση της δημοκρατίας: οι πολίτες, ζώντας στο ευμετάβολο εθνικό, ευρωπαϊκό και παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον, θα έπρεπε να διαθέτουν μεγαλύτερο πολιτικό, ψηφιακό, ευρωπαϊκό και χρηματοπιστωτικό εγγραμματισμό. Και οι δημοκρατικοί θεσμοί θα έπρεπε να ανοίξουν περισσότερους διαύλους αλληλεπίδρασης με τους πολίτες, όχι –ως συνήθως– μόνο στις προεκλογικές περιόδους, αλλά στο μεσοδιάστημα μεταξύ των εκλογών.

* Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και κύριος ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ.