ΑΠΟΨΕΙΣ

Οι εχθροί του φιλελευθερισμού

Στην Ελλάδα, η λέξη «φιλελεύθερος» τείνει να χρησιμοποιείται ως σκιάχτρο μιας αδιευκρίνιστης ιστορικά φιλοσοφίας, στην οποία ο άκρατος ανταγωνισμός (και οι στυγεροί κεφαλαιοκράτες) περιφρονεί τις κοινωνικές ανάγκες. Στην πραγματικότητα όμως, ο φιλελευθερισμός, που άρχισε με τον John Locke και τον David Hume, βασίστηκε στην υπεράσπιση των ατομικών δικαιωμάτων. Βασικός πυλώνας του φιλελευθερισμού είναι η αντίθεση στην ανεξέλεγκτη δράση της κεντρικής εξουσίας. Τόσο η «Ενδοξη Επανάσταση» του 1688, που εκδίωξε τον Ιάκωβο Β΄ στην Αγγλία, όσο και η αμερικανική επανάσταση του 1776 ήταν κατεξοχήν εκφάνσεις του φιλελευθερισμού, στις οποίες περιορίστηκαν σφόδρα οι δυνατότητες της κεντρικής εξουσίας να επιβάλλει τη θέλησή της. Πολιτικοί σαν τον Τζέφερσον υποστήριξαν τα ατομικά δικαιώματα και οραματίστηκαν το κράτος ως υπηρέτη του κοινωνικού συνόλου, σχεδιάζοντάς το με σειρά ασφαλιστικών δικλίδων για να αποφύγουν τον απολυταρχισμό.

Η έννοια του φιλελεύθερου έχει διευρυνθεί τόσο, ώστε είναι δύσκολο σήμερα να οριστεί. Το γεωγραφικό χάσμα μεταξύ Αμερικής, όπου φιλελεύθεροι λογίζονται οι σοσιαλδημοκράτες (και όπου ο όρος χρησιμοποιείται απαξιωτικά από τους Συντηρητικούς), Αγγλίας, όπου οι φιλελεύθεροι λαμβάνουν τον μεσαίο πολιτικό χώρο, με προοδευτικές κοινωνικές ιδέες, και κεντρικής Ευρώπης, όπου η έμφαση είναι στα θεμελιώδη δικαιώματα των ανθρώπων, είναι μεγάλο. Ομως, όποια ερμηνεία και να χρησιμοποιήσει κανείς, ο φιλελευθερισμός, ως πολιτική αρχή, βάλλεται πανταχόθεν, και δη από συντηρητικούς και συγκεντρωτιστές.

Στην Αγγλία, ο Μπόρις Τζόνσον, ειδικά με τον πρόσφατο ανασχηματισμό, συγκέντρωσε ισχύ στον πρωθυπουργικό θώκο και αποδυνάμωσε τις άλλες θεσμικές δικλίδες ασφαλείας, και δη τον έλεγχο εξουσίας. Απέπεμψε τον υπουργό Οικονομικών του, Τζάβιντ, βάζοντας έναν νεαρότερο, ελατό και όλκιμο υπουργό και αντικατέστησε τον έμπειρο νομικό σύμβουλο Κοξ από τη νεότερη Μπρέιβερμαν, η οποία είχε δηλώσει λίγο πριν από την υπουργοποίησή της ότι θα πρέπει να «ελέγξουμε τους δικαστές που δεν λογοδοτούν σε κανέναν… και να ξαναπάρει το Κοινοβούλιο την κυριαρχία». Ετερος υπουργός, ο Γκόουβ, έχει δηλώσει ότι θα κάνει έρευνα για την «πολιτική εμπλοκή των δικαστών», στέλνοντας μήνυμα στη δικαστική εξουσία να σταματήσει να ελέγχει την κυβέρνηση – όπως είχε κάνει με την πρόσφατη απόφασή της να αποτρέψει την παύση λειτουργίας του Κοινοβουλίου που επιχείρησε ο Τζόνσον πριν από τις εκλογές. Ο σύμβουλος του Τζόνσον, Κάμιγκς, έχει βαλθεί να υποτάξει τον ίδιο τον κρατικό μηχανισμό, γνωστό μέχρι σήμερα για την ανεξαρτησία του.

Στην Αμερική, ο πρόεδρος Τραμπ, συνεπικουρούμενος από τον αρχηγό της Γερουσίας Μακόνελ, έχει καταφέρει να αδρανοποιήσει τους επικριτές του στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και έχει αλώσει την ανεξαρτησία του κρατικού μηχανισμού. Απέλυσε χωρίς δισταγμό όχι μόνον τον Αλεξάντερ Βίντμαν, υπάλληλο του Λευκού Οίκου που ανέφερε την επικοινωνία του με τον Ουκρανό πρόεδρο, αλλά και τον δίδυμο αδελφό του, ο οποίος είχε το λάθος επώνυμο. Και δεν δίστασε την εβδομάδα αυτή να απαιτήσει να εξαιρεθούν δύο από τους εννέα ανώτατους δικαστές από υποθέσεις που τον αφορούν διότι ήταν «πολύ φιλελεύθεροι». Κατάφερε να πιέσει τους εισαγγελείς του καταδικασμένου φίλου του Στόουν να μειώσουν την ποινή του, κάνοντας ακόμη και τον ίδιο τον γενικό εισαγγελέα Μπαρ να αντιδράσει. Αλλά, έτι χειρότερο, έπεισε τους γερουσιαστές να κρατήσουν τη γραμμή ότι «όποιος ψηφίζει να καταδικάσει στο ειδικό δικαστήριο τον Τραμπ, ακυρώνει την εκλογή του», ένα εξόχως αντιφιλελεύθερο μήνυμα που καταλύει τη διάκριση των εξουσιών και τη δυνατότητα ελέγχου.

Αν κάτι κερδίσαμε από την άνοδο του φιλελευθερισμού τους τελευταίους τρεις αιώνες είναι η ικανότητα να μπορούμε να ελέγχουμε τη εξουσία, επιτρέποντας να προστατεύουμε τις ελευθερίες μας. Δυστυχώς, όμως, η πρόοδος που έχουμε κάνει θεσμικά και πολιτικά βρίσκεται σε κίνδυνο στις γενέτειρες του φιλελευθερισμού. Ο κίνδυνος ολίσθησης είναι μεγάλος.

Στην Ελλάδα, μια χώρα με φιλελεύθερο έλλειμμα, με ασθενή και εξαρτημένη δικαστική εξουσία (ίδε Novartis) και κυρίως με περιορισμένη κρατική ανεξαρτησία, οι εχθροί του φιλελευθερισμού έρχονται τόσο από την κρατικιστική Αριστερά όσο και από τη Λαϊκή και άκρα Δεξιά. Μολαταύτα, έχουμε την τύχη να έχουμε έναν φιλελεύθερο πρωθυπουργό. Το ερώτημα είναι, θα πάει ενάντια στο ρεύμα; Θα μπορέσει να κάνει αυτό που πρέπει, και που ο ίδιος πρεσβεύει, όταν η άσκηση της εξουσίας είναι γλυκιά και η θεσμοθέτηση του ελέγχου δύσκολη και πολιτικά άβολη; Μέτρα που θα μπορούσαν να βοηθήσουν, όπως η πλήρης ψηφιακή αποτύπωση του Δημοσίου, ακόμη καθυστερούν. Το στοίχημα είναι μεγάλο και ίσως έχει έρθει η ώρα να δούμε σοβαρά τον ρόλο του φιλελευθερισμού στην ανανέωση τόσο του πολιτικού λόγου όσο και των διοικητικών μας μηχανισμών.

* Ο Μιχ. Γ. Ιακωβίδης κατέχει την Εδρα Sir Donald Gordon Chair Καινοτομίας και Επιχειρηματικότητας στο London Business School όπου είναι καθηγητής Στρατηγικής.