ΑΠΟΨΕΙΣ

Η συνταγή της αυτοκαταστροφής

Δεν περνάει εβδομάδα που τα υποκείμενα προβλήματα του δημόσιου βίου να μην εμφανιστούν συμπτωματολογικά. Οταν ως οργανωμένη κοινότητα καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε ένα μείζον θέμα, η διαχείρισή του επηρεάζεται από την ιστορικά εμπεδωμένη θεσμική παθολογία της χώρας. Ποια είναι αυτή; Απαξίωση θεσμών, έλλειψη εμπιστοσύνης, αδυναμία συνεννόησης. Και τα τρία αλληλοτροφοδοτούνται, γι’ αυτό είναι δύσκολη η αντιμετώπισή τους.

Πάρτε την περίπτωση της δυσώδους υπόθεσης Novartis. Οι προστατευόμενοι μάρτυρες αποκαλούνται ευρέως από μερίδα των ΜΜΕ και πολιτικούς του αντι-ΣΥΡΙΖΑ τόξου «κουκουλοφόροι». Ο χαρακτηρισμός αναφέρεται στους μάρτυρες εκείνους, τους οποίους, με βάση τη νομοθεσία (νόμος 2928/2001 και τροποποιήσεις του), η Δικαιοσύνη κατέστησε προστατευόμενους για λόγους δημοσίου συμφέροντος: δύνανται να καταθέτουν σημαντικά στοιχεία χωρίς τον φόβο αντιποίνων.

Οι «κουκουλοφόροι»

Τι επιδιώκουν όσοι αποκαλούν τους προστατευόμενους μάρτυρες «κουκουλοφόρους»; Να απαξιώσουν τις μαρτυρίες τους. Oπως αναφέρει ο γνωστικός γλωσσολόγος Τζορτζ Λέικοφ, οι λέξεις ορίζονται από το υποκείμενο πλαίσιο (frame) που διέπει τη χρήση τους. Δείτε, για παράδειγμα, τη φράση «φορολογικές ελαφρύνσεις». Η «ελάφρυνση» παραπέμπει σε «βάρος», το οποίο μια φιλολαϊκή κυβέρνηση θα άρει. Oποιος δεν συμμερίζεται την «ελάφρυνση», μειονεκτεί ρητορικά, εμφανίζεται αντιλαϊκός, εφόσον θεωρείται ότι υποστηρίζει τη «δυσβάστακτη» φορολογία. Η γλώσσα είναι εγγενώς μεταφορική.

Eτσι και με τους «κουκουλοφόρους». Τι συνειρμούς ανακαλεί; Παλαιότερα συνδεόταν με καταδότες στους ναζί. Σήμερα με ταραξίες και χούλιγκαν, τρομοκράτες, διαρρήκτες, εκτελεστές συμβολαίων θανάτου – άτομα παραβατικά ή εγκληματικά που επιδιώκουν την ανωνυμία. Αν γκουγκλάρετε τη λέξη, θα δείτε τις σχετικές αναφορές (σχεδιασμένοι να εντοπίζουν πρόσφατες χρήσεις λέξεων, οι αλγόριθμοι δείχνουν εμμέσως τα μεταβαλλόμενα νοήματα των λέξεων στην εκάστοτε συγκυρία). Ταυτίζοντας τους προστατευόμενους μάρτυρες με την ανώνυμη παραβατικότητα, απαξιώνονται οι μαρτυρίες τους.

Μόνο αυτό συμβαίνει; Oχι. Απαξιώνεται, επιπλέον, ο θεσμός των προστατευόμενων μαρτύρων (θεσμός που απαντά σε όλο τον ανεπτυγμένο κόσμο). Η νοηματική φθορά του θεσμού επιφέρει την απαξίωσή του, στο μέτρο που ο χαρακτηρισμός «κουκουλοφόροι» καταφέρει να του προσδώσει αρνητικό φορτίο. Αν οι προστατευόμενοι μάρτυρες είναι τώρα «κουκουλοφόροι», γιατί να μην είναι και την επόμενη φορά, σε κάποιο άλλο σκάνδαλο διαφθοράς ή σε μια μελλοντική δίκη πολιτικού εγκλήματος;

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος πρέπει να αποδεχθεί τις μαρτυρίες των εκάστοτε προστατευόμενων μαρτύρων. Κάθε άλλο. Αν, όμως σκέπτεται θεσμικά, αν δηλαδή τον απασχολεί η προάσπιση των θεσμών που ρυθμίζουν την κοινωνική συμβίωση, οφείλει να μην τους υπονομεύει. Να υπερασπίζει τις θέσεις του, χωρίς να υποσκάπτει το αξιακό θεσμικό υπόβαθρο στο οποίο ερείδονται. Αυτό συνιστά ορθολογική στάση για έναν πολιτικό: να υπερασπίζει την άποψή μου ή τον εαυτό του, προάγοντας, συγχρόνως, το κοινό καλό –τους θεσμούς της πολιτείας–, ακόμα κι όταν οι θεσμοί εργαλειοποιούνται από τους αντιπάλους του. Η υπευθυνότητα –η ενεργός μέριμνα για τη θεσμική ευταξία και την πολιτική κοινότητα– είναι συστατικό στοιχείο της ορθολογικής συμπεριφοράς.

Δεν μας εξέπληξαν ευχάριστα οι πολιτικοί στον χειρισμό της υπόθεσης Novartis. Η άμετρη σύγκρουση –το διαδραστικό παίγνιο κομματικών αντεγκλήσεων– τους παρέσυρε στον θεσμικό κατήφορο, υποσκάπτοντας επιλογές της Δικαιοσύνης. Σε τέτοιες συνθήκες, είναι τρομερά δύσκολο να αποδοθεί δικαιοσύνη – πάντα θα πλανάται η πολιτική καχυποψία.

Ωφελημένοι θα βγουν, φυσικά, οι όποιοι διεφθαρμένοι πολιτικοί – θα μείνουν άγνωστοι και ατιμώρητοι.

Πάρτε τώρα την υπόθεση δημιουργίας κλειστών κέντρων κράτησης μεταναστών-προσφύγων στα νησιά. Δήλωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Πέτσας: «Λέμε στους πολίτες να μας εμπιστευτούν. […] Ζητούμε από τις τοπικές κοινωνίες να αντιληφθούν ότι είναι προς όφελος της χώρας, αλλά και των τοπικών κοινωνιών, η δημιουργία κλειστών δομών».

Η εμπιστοσύνη χτίζεται

Προσέξτε την ωφελιμιστική γλώσσα του κ. Πέτσα: εμπιστευθείτε μας γιατί σας συμφέρει. Δεν αντιλαμβάνεται ότι η εμπιστοσύνη δεν είναι τόσο αντικείμενο χρησιμοθηρικού υπολογισμού, όσο σχέση: εμπιστευόμαστε κάποιον όχι επειδή έχουμε κάνει ανάλυση κόστους-οφέλους, αλλά γιατί σχετιζόμαστε μαζί του. Αυτό θα πει: η επιθυμία μου να διατηρήσω τη σχέση καθοδηγεί τη συμπεριφορά μου – να τηρώ τις υποσχέσεις μου, να είμαι αξιόπιστος, να μεριμνώ για τη σχέση. Η παράκληση και μόνο «εμπιστεύσου με», αν δεν είναι σχήμα λόγου, υποδηλώνει ότι ήδη υπάρχει έλλειψη εμπιστοσύνης, και επιφέρει συνήθως τη σκεπτικιστική απάντηση: «Γιατί να σε εμπιστευθώ; Τι κάνεις για να καταστείς άξιος εμπιστοσύνης;». Η εμπιστοσύνη χτίζεται με πράξεις, δεν εκμαιεύεται με διακηρύξεις.

Η κυβέρνηση ζητεί κάτι που είναι τόσο ζωτικής σημασίας σε μια αξιοπρεπή κοινωνία όσο είναι δυσεύρετο στην Ελλάδα: εμπιστοσύνη. Βεβαιώνει ότι τα υφιστάμενα κέντρα φιλοξενίας θα κλείσουν όταν ανοίξουν τα νέα. Οι κάτοικοι των νησιών δεν την πιστεύουν – φοβούνται ότι στα υφιστάμενα θα προστεθούν τα νέα. Το πολωμένο πολιτικό πεδίο ενεργοποίησε ακραία ανακλαστικά κατίσχυσης: τα κόμματα της αντιπολίτευσης πασχίζουν, με αμετροεπείς και ιδεοληπτικές δηλώσεις, να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη· οι τοπικές αντιδράσεις δυναμώνουν, η καταστολή εντείνεται, η ασυνεννοησία κυριαρχεί. Βγάζουμε τα μάτια μόνοι μας.

Η εμπιστοσύνη δεν δημιουργείται στιγμιαία – χτίζεται με πράξεις αυτο-δέσμευσης και αυτο-περιορισμού. Η δημοκρατία είναι, μεταξύ άλλων, το παιχνίδι των υποσχέσεων. Αν έχεις δώσει υπερβολικές ή παραπλανητικές υποσχέσεις ως αντιπολίτευση, θα το βρεις μπροστά σου ως κυβέρνηση – θα δυσκολευτείς να της τηρήσεις, οπότε χάνεις την αξιοπιστία σου.

Για τη Ν.Δ., το μεταναστευτικό-προσφυγικό οφειλόταν, κυρίως, στην ολιγωρία του ΣΥΡΙΖΑ, όχι σε γεωπολιτική αστάθεια. Λάθος διάγνωση. Σαν το «λεφτά υπάρχουν» του Παπανδρέου, δεν προετοίμασε την κοινωνία, υπαινισσόμενη ότι «λύσεις υπάρχουν». Τώρα διαπιστώνει ότι λύσεις δεν υπάρχουν – η όποια «λύση» απαιτεί θυσίες. Σε ένα συγκρουσιακό πολιτικό πλαίσιο, όμως, κανείς δεν έχει διάθεση να κάνει καμία θυσία. Οι «παίκτες» έχουν διαμορφώσει ιδιοτελείς προτιμήσεις – θέλουν να περάσουν την καυτή πατάτα σε κάποιον άλλο.

Να μην πολυλογώ: αν νοιάζεσαι για τους θεσμούς, τους υπερασπίζεσαι ακόμη κι όταν θίγεσαι. Αν θέλεις να κερδίσεις την εμπιστοσύνη, επωμίζεσαι έγκαιρα κόστος –ρίσκο– για να καταστείς αξιέμπιστος. Ολα τα άλλα είναι για μιντιακή κατανάνωση.

* Ο κ. Χαρίδημος Κ. Τσούκας (www.htsoukas.com) είναι καθηγητής στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick.