ΑΠΟΨΕΙΣ

Φιλόξενοι άνθρωποι σε αφιλόξενες εποχές

Η «συνύπαρξη» της Αλκης Ζέη με τη σημερινή παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας προέκυψε από έναν αναπόφευκτο, σχεδόν, συνειρμό. Στην πολιτική κηδεία της, την περασμένη Τρίτη, την αποχαιρέτησαν πολλές γενιές ανθρώπων και πολλοί «δικοί» της, φίλοι, γνωστοί, αναγνώστες της.

Γιατί καθένας που την είχε γνωρίσει αισθανόταν λίγο πολύ «δικός» της άνθρωπος. Χωρίς να δημιουργεί, κατ’ ανάγκη, οικειότητα στην προσωπική επαφή, ήξερε πώς να μοιράζεται «εικονογραφημένες» ιστορίες. Γιατί αυτό που περιέγραφε ήταν πάντα, σχεδόν, βιωμένο. Και τι βίωμα!

Εφυγε από τη ζωή στα 97 της, διασχίζοντας ταραγμένες εποχές, πολέμους και εμφυλίους, ζώντας μαζί και δίπλα σε ανθρώπους που, όπως και εκείνη, έχουν σφραγίσει τον 20ό αιώνα. Σκέφτομαι ότι στην περίπτωσή της δεν υπάρχει ουσιαστικά αποχαιρετισμός κάθε αναγνώστη που αφήνει ένα βιβλίο της τον διαδέχεται κάποιος άλλος που θα το διαβάσει. Η αλυσίδα αυτή, δεκαετίες τώρα, είναι τόσο γερή, ώστε μοιάζει ανέπαφη στον χρόνο.

«Πολλοί έχουνε μία αφετηρία στη ζωή τους. Εγώ, δεν ξέρω γιατί, μου πέσανε πάρα πολλές… και κάθε φορά άρχιζα από έναν καινούργιο δρόμο…» λέει η ίδια στο εξαιρετικό ντοκιμαντέρ της Μαργαρίτας Μαντά «Ο μεγάλος περίπατος της Αλκης», που προβλήθηκε τέλη του 2017. Η σκηνοθέτις, συνυπογράφοντας το σενάριο με τον γιο της Αλκης Ζέη, σκηνοθέτη επίσης, Πέτρο Σεβαστίκογλου, αποθηκεύει το ισχυρό αποτύπωμα μιας Γυναίκας. Το Γ κεφαλαίο γιατί στάθηκε όρθια χωρίς να μιλάει ούτε ηρωικά ούτε πένθιμα. Η γενναιότητα και η ανθεκτικότητά της δεν ακύρωναν ούτε το χιούμορ ούτε τη διάθεση να κυκλώνει το ιστορικό γεγονός από το μη αναμενόμενο περιστατικό. Οπως την ιστορία που διηγείται από την Ελληνική Αντίσταση: «Η πλατεία ήταν όλο λάσπη. Κι έχασα το παπούτσι μου, μες στη λάσπη. Πού να βρεις παπούτσι στη Λάρισα τότε… Μου λένε να πας στην Επιμελητεία του Αντάρτη, στην ΕΤΑ, να σου δώσουνε κανένα ζευγάρι μπότες. Και βρίσκω μία μπότα 37 νούμερο, το αριστερό, γύρευα το δεξί, δεν υπήρχε πουθενά. Καινούργιες μπότες, στοίβα… Λέω, καλά, μόνο αριστερά έχετε εδώ; Γέλαγε ο στρατιώτης. Ηταν χιούμορ των Εγγλέζων. Στείλανε στους αντάρτες δώρο, με αλεξίπτωτα, αριστερές αρβύλες…»

Δεν πρόκειται για αγιογραφία, ούτε για μυθοποιητική καταγραφή μιας αυτοβιογραφούμενης διασημότητας. Το εκτόπισμά της οφειλόταν στον τρόπο που επεξεργάστηκε όσα έζησε και μπόρεσε να τα αφηγηθεί σε βιβλία, σε ομιλίες, σε δεκάδες συναντήσεις με το κοινό στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Και το ντοκιμαντέρ την ακολούθησε με ελαφράδα και συγκίνηση, με χιούμορ, χωρίς τα συνήθη βαρύγδουπα και δραματικά που συνοδεύουν βίους τόσο πυκνούς σε γεγονότα και ανατροπές.

Η Αλκη Ζέη μας ξεναγεί στα μέρη που επέλεγε για να γράψει, από μικρές κουζίνες, παρισινά καφέ, μέχρι δωμάτια με θέα στη φύση, θυμάται την πρώτη συνάντησή της με τον Κάρολο Κουν, τον άντρα της Γιώργο Σεβαστίκογλου, τα ταξίδια, στη Μόσχα, στην Τασκένδη, στο Παρίσι…

Καθώς αφηγείται, κάθε πινελιά παίρνει τη θέση της στο μεγάλο παζλ της μνήμης και της Ιστορίας. «Στο Παρίσι, περάσαμε πολύ ωραίες, πολύ έντονες, αλλά και πολύ στενάχωρες και δυσάρεστες στιγμές. Ηταν όλα μαζί. Είχαμε συνδεθεί ακόμα περισσότερο, διότι η Δικτατορία, η ξενιτιά, οι στενοχώριες, όλα τα προβλήματα που αντιμετωπίζαμε, μας έφερναν τον έναν πιο κοντά στον άλλο για να μπορέσουμε μ’ αυτή τη ζεστασιά της φιλίας και της συντροφικότητας να τα βγάλουμε πέρα».

Αν είχε ένα ειδικό χαρακτηριστικό η γενιά της Αλκης Ζέη, ήταν ακριβώς αυτό: «η ζεστασιά της φιλίας και της συντροφικότητας». Το χνώτο της συνύπαρξης, μαζί με τον (πολύ) καπνό από τα τσιγάρα (!), τα ανοιχτά σπίτια, οι φιλόξενοι άνθρωποι σε αφιλόξενες εποχές. Στο τελευταίο πλάνο του ντοκιμαντέρ η συγγραφέας κάθεται στη βεράντα του σπιτιού στο Πήλιο με την πλάτη στον φακό και ακούγεται η φωνή της να διαβάζει ένα απόσπασμα από την «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα»: «Τα χέρια του Ευγένιου είναι λεπτά, με μακριά δάχτυλα και με οβάλ νύχια. Τα κοιτάζω, έτσι που τα ’χει ακουμπισμένα στο γύρο του παράθυρου. Ηθελε να γίνει χειρουργός, δεν πρόλαβε. Κανείς απ’ τη γενιά μας δεν πρόλαβε. Μας προλάβαιναν άλλα. Πόλεμος, Δεκέμβρης, Εμφύλιος, Δικτατορία». Κι όμως· «πρόλαβαν» πολλά. Και κυρίως, μπόρεσαν να βιώσουν την Ιστορία σαν έναν μεγάλο περίπατο ζωής.