ΑΠΟΨΕΙΣ

Θουκυδίδης και Βοκάκιος

Η διά γυμνού οφθαλμού ιχνηλάτηση συμπεριφορών δείχνει ότι εξαντλούνται τα αποθέματα ψυχραιμίας μας που ήταν το εξαρχής προαπαιτούμενο. Ο άυλος φόβος ήταν πάντα τρομερός υπερεθνικός εχθρός. Ας μείνουμε στα πάτρια μνημονεύοντας αρχαίους προγόνους μας με τη συνδρομή του λιτού, πάντα έγκριτου Θουκυδίδη.

Το δεύτερο έτος του Πελοποννησιακού Πολέμου η λοιμική εισέβαλε στην πόλη-κράτος της Αθήνας, ενώ Λακεδαιμόνιοι και σύμμαχοί τους ρήμαζαν την αττική γη. Οι γιατροί σήκωσαν τα χέρια ψηλά ηττημένοι από το άγνωστο πρωτοφανές κακό. Η σωτηρία δεν ερχόταν ούτε από ψηλά, καθώς οι παρακλήσεις των πιστών στους –ανύπαρκτους όπως αποδείχθηκε στην ιστορική συνέχεια– θεούς τους έπεφταν στο κενό. Η λοιμική εμφανίστηκε, όπως λέγαν, στην Αιθιοπία, μετά στη Λιβύη, μετά σε πολλά μέρη και στην Αθήνα έπεσε ξαφνικά· μάλιστα στην αρχή διαδόθηκε πως οι εχθροί Πελοποννήσιοι για να νικήσουν μια ώρα αρχύτερα, είχαν δηλητηριάσει τα πηγάδια. Ο ίδιος ο Θουκυδίδης που αρρώστησε αλλά επέζησε χωρίς σημάδια, περιγράφει την αρρώστια που λίγο έλειψε να αφανίσει την πόλη: ψηλός πυρετός, φλόγωση ματιών, οδυνηροί εμετοί, σπασμοί και άλλα πολλά φρικτά. Από όσους σώθηκαν πολλοί πάθαιναν αμνησία και δεν ήξεραν ποιοι ήσαν ούτε αναγνώριζαν συγγενείς και φίλους τους. Σκηνικό μιας άλλης αποκάλυψης: Τα όρνια και τα άλλα τετράποδα ζώα, όσα τρώνε ανθρώπινο κρέας, δεν ζύγωναν τα πολλά άταφα σώματα κι αν τ’ άγγιζαν ψοφούσαν.

Μέσα σε αυτή τη συμφορά θυμήθηκαν οι γεροντότεροι έναν χρησμό που τον έψελναν άλλοτε: «Θα ’ρθη πόλεμος δωρικός και μαζί του λοιμός». Και μέσα στην αποφορά του θανατικού βρήκαν δύναμη οι ψύχραιμοι και ακριβολόγοι πρόγονοί μας να στήσουν καβγά αν η χρησμοδοσία αφορούσε λοιμό ή λιμό.

Κοντά 1.700 χρόνια αργότερα, με την Αναγέννηση στα σπάργανα, ο μεγάλος Βοκάκιος στέλνει σε καραντίνα μέσα στις σελίδες του βιβλίου του επτά γυναίκες και τρεις άνδρες, όλοι με έφεση στη λογοδιάρροια, σε έναν πύργο μακριά από τη λαμπρή Φλωρεντία, πόλη-νεκροταφείο λόγω πανώλους. Το αιρετικό «Δεκαήμερο», τολμηρό, ιδιοφυές, σαρκαστικό, πολλάκις απαγορευμένο, πάντα επίκαιρο, στάζει φαρμάκι για τη συμπαθή τάξη των υποκριτών· διαβάζεται απνευστί, χρόνος ελεύθερος να υπάρχει.

Την υγειά μας πνευματική και σωματική είθε να προασπίσουμε, με τη βοήθεια και της αδιαμεσολάβητης ή μη Θείας Χάριτος.