ΑΠΟΨΕΙΣ

Εκκλησιαστικές συγγένειες

«Η τυχόν απαγόρευση, πάντως, της λειτουργίας των ναών, που δεν μπορεί οπωσδήποτε να επιβληθεί οριζοντίως, είναι μια οριακή απόφαση, η οποία, πέραν της αυστηρά περιορισμένης χρονικής ισχύος της και της επαρκούς αιτιολόγησής της, οφείλει, εξαντλώντας προηγουμένως κάθε ηπιότερο μέσο, να σταθμίσει τα συγκρουόμενα δικαιώματα και να επιχειρήσει την αναλογική εξισορρόπησή τους…».

Το απόσπασμα αυτό ήταν η κατακλείδα της παρέμβασής μου στην «Κ» της Τρίτης 10/3 (σ. 7). Αυτή η οριακή απόφαση ελήφθη τελικώς λίγες ημέρες αργότερα από τους συναρμόδιους υπουργούς επί της Παιδείας και της Υγείας, έπειτα από πρωθυπουργική εντολή. Σύμφωνα με αυτήν (αριθ. 2867/1 /16.03.2020: Ε.τ.Κ. Β΄ 872), θεσπίζεται η προσωρινή απαγόρευση της τέλεσης κάθε είδους λειτουργιών και ιεροπραξιών σε όλους ανεξαιρέτως τους χώρους θρησκευτικής λατρείας, για προληπτικούς λόγους δημόσιας υγείας και για το χρονικό διάστημα από 16.3.2020 έως και 30.3.2020, επιτρέπεται δε μόνο η προσέλευση πιστών για ατομική προσευχή και η τέλεση λειτουργίας αποκλειστικώς προς τον σκοπό της τηλεοπτικής ή ραδιοφωνικής μετάδοσής της και κηδειών, με την παρουσία του θρησκευτικού λειτουργού και του απολύτως στενού συγγενικού περιβάλλοντος…

Η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί θυμίζει, τηρουμένων ασφαλώς των αναλογιών, τις περιστάσεις μιας άλλης πανδημίας, της χολέρας, που είχε ενσκήψει στην Ευρώπη στα μέσα του 19ου αιώνα. Στην Ελλάδα, πρώτη επλήγη η πόλη του Πειραιώς, με διάταγμα δε του Οθωνα στις αρχές Ιουλίου 1854 «περί μέτρων προς πρόληψιν της διαδόσεως της χολέρας» επιβλήθηκαν περιορισμοί στις μετακινήσεις. Λίγο αργότερα, κατά μήνα Αύγουστο, η χολέρα έφτασε και στη Σύρο. Την εμπερίστατη θέση στην οποία βρέθηκε η πρωτεύουσα του νησιού, Ερμούπολη, διαζωγραφίζει με γλαφυρότητα ο ιστορικός Χρήστος Λούκος στη μελέτη του υπό τον τίτλο «Επιδημία και κοινωνία. Η χολέρα στην Ερμούπολη της Σύρου (1854)», που δημοσιεύεται στο περιοδικό «Μνήμων» το έτος 1992. Ενδιαφέρον, εν προκειμένω, παρουσιάζει η στάση των τοπικών αρχών, συμπεριλαμβανομένων των εκκλησιαστικών.

Πιο συγκεκριμένα, ο επίσκοπος Σύρου και Τήνου Δανιήλ [Κοντούδης], φτάνοντας αρχές Αυγούστου, με την έναρξη δηλαδή της νηστείας, στην προκυμαία της Ερμούπολης, «ευλογών τον λαόν, συμβουλεύει να παύσωσι της κακής τροφής», που υποθάλπει τη νόσο και επιτρέπει, δίνοντας σχετικές οδηγίες στους ιερείς, να λυθεί η νηστεία του δεκαπενταύγουστου, «με καθαράν δίαιταν ολίγου ζωμού και βραστού κρέατος», για να διατρέφονται καλύτερα οι κάτοικοι (εφημ. «Αιών» της 25 Αυγούστου 1854). Επίσης, φαίνεται ότι συμφώνησε με τις αρχές να περιοριστούν οι ιερουργίες στο ελάχιστο για να αποφευχθούν οι συγκεντρώσεις των ατόμων. Στο πλαίσιο αυτό, προτάθηκε στους ιερείς να λειτουργούν νωρίς, από τις 7 π.μ. και να τελειώνουν όσο το δυνατόν συντομότερα (εφημ. «Αίολος» της 7 Αυγούστου 1854). Ενέδωσε, ύστερα από πιέσεις, στο αίτημα για λιτανεία, την οποία θεωρούσε, πάντως, «παράκαιρον ως εκ της γενησομένης συναφής του πλήθους», ενώ τις περισσότερες φορές δεν γίνονταν κηδείες αλλά ο νεκρός, ως «κατάδικος απαγόμενος υπό τεσσάρων αχθοφόρων και υπό τον πένθιμον και σιγηρόν ψαλμόν ιερέως λίαν μακράν προπορευόμενου», μεταφερόταν γρήγορα στην αιώνια κατοικία του…

Η πόλη της Ερμούπολης, σύμφωνα με τον τοπικό Τύπο (εφημ. «Αίολος» της 19 και 28 Αυγούστου 1854), «η αεικίνητος και θορυβώδης, ομοιάζει νεκρούπολιν φέρουσαν τον τρόμον και την αθυμίαν ζωγραφισμένην εις τας οδούς και τας αγοράς», τα σχολεία είναι κλειστά και οι δρόμοι έρημοι, «εις τρόπον ώστε η ωραία και πολύηχος Ερμούπολις μετεσχηματίσθη εις Ερημούπολιν». Ωστόσο, μετά την απαλλαγή του νησιού από τη μάστιγα της χολέρας, και δη από την Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου, «έδραμον οι Χριστιανοί θαρραλεώτεροι εις τας εκκλησίας», όπου τέλεσαν, καθυστερημένα, και τις επιμνημόσυνες δεήσεις για όσους έπεσαν θύματα της χολέρας, τους «ουκ άλλης επικηδείου τιμής, ή μόλις των συγγενικών δακρύων αξιωθέντας».

Πίσω στα καθ’ ημάς, η κυβερνητική απόφαση για την αναστολή στη συλλογική εκδήλωση των θρησκευτικών πεποιθήσεων, αν και αφορά αυτονοήτως σε όλες τις θρησκείες και τα δόγματα, όπως άλλωστε επιβάλλει η αρχή της θρησκευτικής ισότητας, κινείται, νομίζω, στα όρια της αναλογικότητας. Και τούτο, διότι φαίνεται ότι δεν εξαντλήθηκε κάθε ηπιότερο μέσο, όπως η τέλεση των ιεροπραξιών από τον θρησκευτικό λειτουργό, χωρίς την παρουσία πιστών, αλλά με μόνη τη συμμετοχή του ψάλτη και του νεωκόρου. Τυγχάνει, πάντως, ευεξήγητη διότι η Εκκλησία δεν επέδειξε, ως ώφειλε, την απαιτούμενη ευελιξία…

* Ο κ. Γεώργιος Ι. Ανδρουτσόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής του Εκκλησιαστικού Δικαίου στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και δικηγόρος.