ΑΠΟΨΕΙΣ

Για όσους αγαπούν με πείσμα την 7η Τέχνη

Τυχαία, επιλέγω ένα τεύχος από τη στοίβα: «Σύγχρονος Kινηματογράφος ’76. Απρίλιος/Αύγουστος. Τιμή τεύχους 100 δρχ. Μεγάλο αφιέρωμα στον Φανταστικό Κινηματογράφο». Στη σελ. 3 των Τεχνών, σήμερα, υπάρχει ένα κείμενο που εξηγεί πώς αναζωπυρώθηκε αυτή η αναζήτηση του ίχνους μιας ολόκληρης εποχής. Η ψηφιοποίηση (και ελεύθερη πρόσβαση) ενός ιστορικού κινηματογραφικού περιοδικού –δύο για την ακρίβεια, αφού είναι και το «Φιλμ»– ανοίγει μια εσωτερική συζήτηση (μονομερή, λόγω συνθηκών!), σε περίοδο όπως αυτή, όπου ο χρόνος διαστέλλεται και συστέλλεται χωρίς, εμφανείς τουλάχιστον, κανόνες.

Μπορεί ο «Σύγχρονος Kινηματογράφος» να είχε 15 χρόνια ζωής (1969-1984), η επιρροή του όμως και ο «μύθος» του κράτησαν πολύ περισσότερο. Και, ενδεχομένως, να κρατούν ακόμη.

Συνοψίζουμε, αξιοποιώντας μια παλαιότερη παρέμβαση του, επί σειράν ετών, εκδότη και αρχισυντάκτη του περιοδικού, Μιχάλη Δημόπουλου: «Ο Σύγχρονος Κινηματογράφος ήταν κυρίως μια πλατφόρμα σινεφιλική, που στόχευε να προσεγγίσει θεωρητικά ένα κινηματογραφικό παρελθόν τόσο ελληνικό όσο και διεθνές, αλλά και να παρουσιάσει και να φωτίσει την τότε έκρηξη των “εθνικών κινηματογραφιών” σε διεθνές επίπεδο και την άνθηση του νεωτερικού σινεμά τη δεκαετία του ’60. Στη Γαλλία, στην Ιταλία, στην Κεντρική Ευρώπη ή στη Βραζιλία ανανεωνόταν το δημιουργικό δυναμικό, αλλά και η θεματολογία. Το φαινόμενο αυτό πήγαζε φυσικά από το γαλλικό “Νέο Κύμα”. Ηταν επόμενο να επηρεασθούν τα κινηματογραφικά πράγματα και εδώ, σε επίπεδο ιδεών και προβληματισμών».

Πώς αισθάνεται ο σημερινός σινεφίλ όταν «επισκέπτεται» τεύχη του περιοδικού, με συνεργάτες (εξαιρετικές υπογραφές) που αναλύουν σε κείμενά τους, με υψηλή θεωρητική κατάρτιση και μεγάλη αγάπη για την εικόνα, ταινίες, τάσεις, ρεύματα, σκηνοθετικούς κώδικες; Ο «σινεφίλ» που καταναλώνει τόνους από παραγωγές σε συνδρομητικές πλατφόρμες και κανάλια; Σε μια εποχή που δεν κινούνται μόνον οι κινηματογραφόφιλοι σε άλλη «πίστα», αλλά ο ίδιος ο 21ος αιώνας και οι πολιτικοκοινωνικές συνθήκες διαμορφώνουν έναν διαφορετικό τρόπο προσέγγισης των ταινιών, ένα διαφορετικό βλέμμα, αρθρώνουν έναν άλλο λόγο; «Ημασταν μια παρέα», σχολιάζει ο Μιχ. Δημόπουλος, «διαβάζαμε, βλέπαμε ταινίες και τις εξαντλούσαμε σε ατελείωτες συζητήσεις. Τότε, ζούσαμε με την αγωνία μη χάσουμε κάποια ταινία που προβαλλόταν στου διαόλου τη μάνα, σε κάποιο θερινό, ή με το άγχος να την ξαναδούμε για να μην την ξεχάσουμε. Τώρα που όλα προσφέρονται στο πιάτο, νομίζω πως αυτή η άκρατη επιθυμία έχει πια αμβλυνθεί».

Αλήθεια είναι ότι το «κυνήγι» της ταινίας που «δεν πρέπει να χάσουμε» έχει κοπάσει, γιατί ίσως ξέρουμε ότι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, κάποια στιγμή, θα την έχουμε στην οθόνη του υπολογιστή μας. Σπανίως, επίσης, οι συζητήσεις επεκτείνονται πέρα από τα συνοπτικά «μου άρεσε/δεν μου άρεσε». Οι διάλογοι εξαντλούνται γρήγορα, δεν χάνονται σε αναλύσεις για το νόημα/μη νόημα, για αιτίες και επίπεδα, για ιδεολογικά φετίχ και περιπλανήσεις της λίμπιντο.

Δεν έχει αλλάξει μόνο η «γλώσσα» του σινεμά, αλλά και η γλώσσα με την οποία μιλάμε για το σινεμά.

Οσοι θελήσουν να επιστρέψουν ή να ανακαλύψουν τα κείμενα του «Σύγχρονου Κινηματογράφου» θα βρεθούν ανάμεσα στην απόλαυση και στη δυσκολία προσέγγισης ενός κόσμου, πλέον, «ανοίκειου». Για ορισμένους θα είναι αναβάπτιση σε νάματα ενός λόγου που έχει εκλείψει και για άλλους μια περιπέτεια σκέψης, την οποία δεν θα μπορούν ή δεν θα θέλουν να παρακολουθήσουν. Ενα είναι βέβαιο: οι άνθρωποι που καταπιάστηκαν με αυτά τα περιοδικά (συμπεριλαμβάνουμε και το «Φιλμ» του Θανάση Ρεντζή, σε συνεργασία με τον Θανάση Καστανιώτη) αφιέρωσαν πολύ χρόνο, «δεσμεύτηκαν» σε ένα έργο ζωής είτε συνεχίζουν να βιοπορίζονται από αυτό είτε όχι.

Τα κείμενα, μικρά δοκίμια, συμφωνούσε ή διαφωνούσε κανείς με την προσέγγιση, ήταν τεκμηριωμένα και μελετημένα. Απευθύνονταν σε αναγνώστες που διέθεταν χρόνο και είχαν επιθυμία να ενημερωθούν πολυπρισματικά, πίστευαν στη δυναμική του κινηματογράφου, στη δυνατότητά του να φωτίσει, να χαράξει διαδρομές, να θωρακίσει θεσμικά, να επηρεάσει κοινωνικά. Πίστευαν, ίσως, στον στίχο του Μπρεχτ (που αλιεύσαμε από το τεύχος αυτό του ’76): «Ή όλοι ή κανένας, ή όλα ή τίποτε, δεν υπάρχει ατομική σωτηρία».