ΑΠΟΨΕΙΣ

Ας πιάσουμε γερά έναν κρίκο τη φορά

Δεν υπάρχει αρκετό οξυγόνο, όπως σε προηγούμενους καιρούς, για να αερολογούμε, να κάνουμε θόρυβο, να δικάζουμε και να καταδικάζουμε, να καβγαδίζουμε, να κατακρίνουμε, να παραπληροφορούμε, να παριστάνουμε τους ειδικούς, να τρομοκρατούμε με προφητείες, έγραφε πάνω κάτω ο Νικ Κέιβ στην ιστοσελίδα Red Hand Files, ένα φόρουμ συνομιλίας πολιτών (lifo.gr). «Πλένουμε χέρια, μένουμε σπίτι, προσέχουμε τα λόγια και τις απόψεις μας. Στην απομόνωση εμφανίζεται η ουσία μας και μας ζητεί να κρίνουμε τι θέλουμε να κρατήσουμε από εμάς και τον κόσμο και τι να αποβάλουμε για πάντα».

Αν και επιβεβλημένη, δεν είναι επιθυμητή η παύση που επιβάλλει η φρίκη. Σε καιρό πολέμου –πόλεμο ζούμε με τα χιλιάδες νέα κρούσματα και τους εκατοντάδες νεκρούς κάθε μέρα σε Ιταλία, Ισπανία, ΗΠΑ–, καίριες δράσεις και ενέργειες παύουν με επιπτώσεις τρομακτικές. Ουδείς επιθυμεί το πάγωμα, το κενό που φέρνει ο τρόμος, την παραλυσία, τη σιωπή, την ερήμωση, το σπάσιμο των δεσμών.

Ο λοιμός των Αθηνών (430 π.Χ.), που αφάνισε 100.000 Αθηναίους, σκόρπισε τη φρίκη και έφερε την ήττα, διέλυσε ηθικούς κώδικες και κοινωνική συνοχή, οι άνθρωποι έπαψαν να τηρούν τους νόμους, ξόδευαν περιουσίες αλόγιστα, φέρονταν δόλια, άσπλαχνα, κυνικά.

Η πανώλη του Ιουστινιανού, που έφτασε στην Κωνσταντινούπολη το 542 μ.Χ. και αποδεκάτισε το 40% του πληθυσμού της πόλης (25 εκατ. θύματα σε όλον τον κόσμο), ερήμωσε τους δρόμους, νέκρωσε τις αγορές, κατέστρεψε τις καλλιέργειες, κι όταν η πανούκλα έφυγε, ήρθε η φτώχεια, η απόδραση στην ύπαιθρο, ο πληθωρισμός, ο λιμός… Τόσο λίγοι εργάτες είχαν απομείνει που, προκειμένου να δουλέψουν σκληρά, απαιτούσαν τριπλό από πριν μισθό. Ετσι τριπλασιάστηκε και η αξία των αγαθών. Με σκληρά μέτρα ο Ιουστινιανός κατάφερε να κάνει τη γη ξανά να καρπίσει.

Κατά την επιδημία του «μαύρου θανάτου» τον Μεσαίωνα (1347-1350), που αφάνισε το ένα τρίτο του ευρωπαϊκού πληθυσμού, τα εργατικά χέρια ήταν δυσεύρετα, δεν υπήρχε τρόπος να θάψουν τους νεκρούς, κανένας δαδοφόρος δεν έσχιζε το σκοτάδι, πάγωσε κάθε παραγωγή, έπαυσε η κατασκευή τεχνουργημάτων, το χτίσιμο ναών, λ.χ. διεκόπη αιφνίδια η ζωγραφική παράδοση της οικογένειας Λορεντζέτι στη Σιένα με τον θάνατο των αδελφών Αμπρότζιο και Πιέτρο, ξεκληρίστηκαν οι Ράμσεϊ –και μαζί η τέχνη τους– στην Αγγλία, που σχεδίαζαν και έχτιζαν περίτεχνα κτίρια για τη βασιλική οικογένεια και τις αρχές.

Στην επιδημία χολέρας που έφεραν στον Πειραιά και στην Αθήνα το 1854 Αγγλοι και Γάλλοι στρατιώτες, και η οποία θέρισε 4.000 άτομα το 1854-1855, τα σχολεία έκλεισαν, οι αρχές έβαλαν λουκέτο στα καταστήματα όπου επικρατούσε συνωστισμός, μαγειρεία, οινοπωλεία, ζαχαροπλαστεία, καφενεία και σε κάθε δραστηριότητα· στην Αιόλου και στην Αθηνάς τα εμπορικά ρήμαξαν, οι κάτοικοι έφυγαν μαζικά για τα νησιά του Αργοσαρωνικού και τα πέριξ χωριά –Μαρούσι, Κηφισιά, Χασιά, Καλύβια–, οι λωποδύτες έκαναν πλιάτσικο στα έρημα σπίτια.

Οι ίλιγγοι της απώλειας βάσεων, οι κρίσεις, πλήττουν την ιδέα της αέναης διαδοχής, όπου κι αν κανείς βρεθεί, σε αυτοπεριορισμό ή στο μάτι του τρομακτικού κυκλώνα.

Αν βρεθούμε μέσα στη σιωπή, όμως μια σιωπή εκκωφαντική –«πηγές της Ιστορίας δεν είναι μόνο τα αρχεία, τα ντοκουμέντα, οι μαρτυρίες, είναι και η σιωπή» γράφει η Μάρω Δούκα στο βιβλίο «Το δίκιο είναι ζόρικο πολύ»–, μπορούμε να αναλογιστούμε τις αληθινές κλίμακες και το πραγματικό βάρος μεγάλων και μικρών, αξιοσημείωτων και ευτελών, τη σύνδεση τωρινών κι αλλοτινών στιγμών. Διότι ό,τι αντικρίζουμε στο σήμερα είναι προϊόν τού χθες. Τα γεγονότα δεν ξεσπούν στο κενό.

Εχουν ρίζες βαθιές στον χρόνο, σημάδια παλιών καιρών. Διασώζοντάς τα, ατονεί, εξουδετερώνεται ο κίνδυνος η εμπειρία να καταστραφεί.

Αν καταλήξουμε εμπρός στην πύλη της κολάσεως, μπορεί να γίνουμε άγιοι ή τέρατα. Εμπλεοι αλληλεγγύης, καλοσύνης, αυτοθυσιαζόμενοι καλοί Σαμαρείτες, που μιλάμε σε ένα «εγώ» το οποίο είναι ένα «εσύ» και ένα «αυτός» και ένα «εμείς». Ή εαυτούληδες, ασυνείδητοι, κερδοσκόποι, άρπαγες, έκνομοι, ωμοί. Τα ζάρια τα ρίχνουμε εμείς.

Ως κατάρρευση του πολιτισμού θα μπορούσε να οριστεί η δραστική μείωση του ανθρώπινου πληθυσμού, η καταβαράθρωση της οικονομίας και της κοινωνικής συνοχής, η εγκατάσταση του χάους, της σύγχυσης, της δαιμονοποίησης αθώων και της αγιοποίησης αμφιλεγόμενων ηρώων, σε παγκόσμιο επίπεδο, για χρόνο μακρύ.

Θα συμβεί; «Είναι λάθος να πασχίζουμε να δούμε πολύ μακριά στο μέλλον. Την αλυσίδα του πεπρωμένου μπορούμε να την πιάσουμε μόνο έναν κρίκο τη φορά», έλεγε ο Τσώρτσιλ. Φτάνει να κρατήσουμε γερά –εμείς, όχι η μοίρα– αυτόν τον έναν κρίκο τη φορά…