ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο κόσμος μας μετά την κρίση θα είναι διαφορετικός

Ποια θα είναι η μορφή της κοινωνίας –και του κόσμου– όταν τα μέτρα περιορισμού χαλαρώσουν και, σιγά σιγά, σαν ερημίτες που νοστάλγησαν το φως, αρχίζουμε όλοι να βγαίνουμε από τα σπίτια μας;

Ο ανεπτυγμένος κόσμος και η Ευρώπη έζησαν οξείες κρίσεις στο πρόσφατο παρελθόν, τίποτα όμως σαν αυτό. Είναι ένας «πόλεμος», όπως πολλοί συμφωνούν να το ονομάζουν. Οπως κάθε πόλεμος, επιδιώκει να τελειώσει με νίκη και με τις λιγότερες δυνατές απώλειες για την επόμενη μέρα.

Το 1919 ο Κέυνς, στις «Οικονομικές συνέπειες της ειρήνης», διείδε το σαρωτικό κόστος της οικονομικής συντριβής των ηττημένων του πολέμου να ανοίγει τον δρόμο στην οικονομική κρίση, στον εθνικισμό, σε νέες συγκρούσεις.

Ο Κέυνς είναι ξανά πολλαπλά επίκαιρος. Κατ’ αρχάς διότι οι οικονομίες υφίστανται σαρωτικό πλήγμα, με ταυτόχρονη κατάρρευση της παραγωγής και της ζήτησης.

Οπως κάθε οικονομική κρίση, η συγκυρία αυτή ενεργοποιεί το κράτος, για να συγκρατήσει την πτώση της δραστηριότητας και των εισοδημάτων. Ελλείμματα και χρέος θα επιστρέψουν και θα δούμε σειρά άλλοτε κραταιών επιχειρήσεων να διασώζονται από τις κυβερνήσεις τους. Η προοπτική παρατεταμένης δημοσιονομικής λιτότητας μετά την κρίση, σε χώρες που μόλις εξήλθαν από την κρίση της προηγούμενης δεκαετίας, δεν θα είναι χωρίς κοινωνικές και πολιτικές συνέπειες.

Τώρα η Ε.Ε. έκανε ήδη αρκετά, σε μια κρίση όμως που απαιτεί ακόμα περισσότερα. Η ΕΚΤ εξέπεμψε αποφασιστικότητα, με ένα πρόγραμμα 750 δισ. (6% ΑΕΠ της Ευρωζώνης). Η Ε.Ε. ήρε αμέσως τους περιορισμούς του Συμφώνου Σταθερότητας και το Βερολίνο έσπευσε να εξασφαλίσει ότι ένα εκατομμύριο γερμανικές μάσκες θα έφταναν στην Ιταλία. Γενναία μέτρα τόνωσης εξαγγέλθηκαν από όλες τις κυβερνήσεις, με βαρύ δημοσιονομικό κόστος. Κάποιες οικονομίες (όπως η Γερμανία ή η Ολλανδία) έχουν το περιθώριο να το αντιμετωπίσουν, άλλες όχι.

Η Ιταλία θα βρεθεί με κρίση χρέους αμέσως μόλις εξέλθει από τη βαθιά ύφεση και την ανθρώπινη τραγωδία που σήμερα βιώνει. Εάν η Ευρώπη θέλει να αποτρέψει έναν νέο γύρο εσωτερικών συγκρούσεων και ανάδυσης του αντιευρωπαϊσμού και του εθνικισμού, δεν έχει την πολυτέλεια να αφήσει την Ιταλία μόνη της. Εάν η παρούσα συγκυρία, μια φυσική καταστροφή που πλήττει συμμετρικά την Ευρώπη, δεν είναι αρκετή για να συνενώσει τις ευρωπαϊκές χώρες σε μια κοινή ανάληψη υποχρεώσεων (ευρωομόλογο), τότε τίποτε δεν είναι.

Αλλά αυτή η κρίση απειλεί γενικότερα με παρόξυνση των διαιρέσεων. Είναι η πρώτη παγκόσμια κρίση στην οποία οι ΗΠΑ απουσιάζουν. Παρόμοιες πανδημίες στο παρελθόν (Aids, Ebola, Sars) είχαν αντιμετωπιστεί με διεθνή συντονισμό και ηγετικό ρόλο των ΗΠΑ. Αναπολεί κανείς με νοσταλγία την περίοδο μιας Αμερικής εγγυήτριας παγκόσμιων δημόσιων αγαθών.

Το κενό της απουσίας έσπευσε να καλύψει η Κίνα. Κάποτε, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι κούτες της αμερικανικής βοήθειας στην Ευρώπη κέρδιζαν την καρδιά των Ευρωπαίων. Τώρα τα κουτιά φαρμακευτικού υλικού από την Κίνα συναντούν παρόμοια υποδοχή.

Η Ευρώπη και ο κόσμος χρειάζονται ξανά τις ΗΠΑ, αλλά η αμερικανική κυβέρνηση οδηγείται από έναν λαϊκιστή χωρίς ιστορική συνείδηση. Από το Λονδίνο και την Ουάσιγκτον μέχρι τις Φιλιππίνες και τη Βραζιλία, η υπερφίαλη λαϊκιστική ρητορική συναρτάται με ανεπάρκεια των κρατικών υποδομών, στην περίπτωση της πανδημίας με τραγικά αποτελέσματα.

Ομως, ενώ το κράτος των λαϊκιστών αποτυγχάνει, η ρητορική τους κερδίζει. Η επόμενη μέρα για τον κόσμο θα βρει τη λογική της εθνικής απομόνωσης αναβαπτισμένη. Τα εθνικά σύνορα μετατρέπονται σε μεσαιωνικά τείχη προστασίας, πίσω από τα οποία αποσύρονται οι πολίτες για να προστατευτούν απέναντι στην εξωτερική απειλή. Ακόμα και η προστασία Ευρωπαίων πολιτών σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες δεν θεωρείται δεδομένη.

Επικρέμαται ο φόβος ότι εάν το δημόσιο σύστημα υγείας αναγκαστεί να επιλέξει σε ποιον θα δώσει το τελευταίο κρεβάτι, το εθνικό κριτήριο θα έχει προτεραιότητα.

Στην αποτελεσματικότητα του κράτους να προστατεύσει τους πολίτες του δοκιμάζεται η ίδια η αξιοπιστία της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Πρέπει να πείσει ότι μπορεί να κάνει ό,τι χρειάζεται για την προστασία των πολιτών της, με τουλάχιστον την ίδια αποτελεσματικότητα με την αυταρχική Κίνα ή την Ινδία του Μόντι. Για την Ευρώπη, η επόμενη μέρα θα είναι μια επαναφορά των στρατηγικών διλημμάτων που αντιμετώπισε ήδη μετά το 2010. Ενα βουνό χρέους μετά την ύφεση θα επαναφέρει στο προσκήνιο τη λιτότητα για να τιθασευτεί η δημοσιονομική κληρονομιά του κορωνοϊού. Η Ε.Ε. θα έχει ξανά να επιλέξει ανάμεσα στη λογική τού «ο καθένας μόνος του» ή «όλοι μαζί». Οπως και την προηγούμενη φορά, θα προσπαθήσει πιθανότατα να κάνει κάτι στη μέση – αφήνοντας και τις δύο πλευρές απογοητευμένες. Τότε ήταν η Ελλάδα. Τώρα, η Ιταλία θα είναι η κρίσιμη χώρα στην οποία θα δοκιμαστεί η δύναμη της ευρωπαϊκής θέλησης και το ένστικτο αυτοσυντήρησης της Ευρωπαϊκής Ενωσης.

* Ο κ. Γιώργος Παγουλάτος είναι καθηγητής Ευρωπαϊκής Πολιτικής και Οικονομίας στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, επισκέπτης καθηγητής στο Κολέγιο της Ευρώπης, γενικός διευθυντής του ΕΛΙΑΜΕΠ.