ΑΠΟΨΕΙΣ

Μανώλης Γλέζος: Αιώνες

gkat_20_3103_page_1_image_0001

Πρόλαβε άραγε να ακούσει τον ήχο της στιγμής; Πρόλαβε από το κρεβάτι του νοσοκομείου να ακούσει τι ονομάζουμε σήμερα «πόλεμο»;

Για τη γενιά του Μανώλη Γλέζου, η απόσταση της κυριολεξίας του πολέμου από τη μεταφορική του χρήση δεν ήταν απλώς ορατή. Ηταν το βίωμα που την είχε σφραγίσει. Γι’ αυτό και οι πιο οξυδερκείς συνομήλικοί του πρόσεχαν πάντα να μη γλιστρήσουν από την αναμνηστική επίκληση στην προπαγανδιστική κατάχρηση των τραυμάτων του προηγούμενου αιώνα.

Ο Γλέζος είχε ζήσει βαθιά και τους δύο εικοστούς αιώνες: και το πρώτο ματωμένο μισό και τον άλλο κόσμο που ανέτειλε στο δεύτερο μισό, μετά τον πόλεμο. Η ανδραγαθία του τον Μάιο του 1941 θα του αρκούσε για να γεμίσει μια ζωή. Θα μπορούσε να κλωσήσει ισοβίως τη νεανική του δόξα.

Ο Γλέζος έκανε το αντίθετο. Αφέθηκε στους ανέμους της Ιστορίας, αψηφώντας τους κινδύνους αλλά και τις διαψεύσεις. Ατρόμητος αλλά και αμεταμέλητος.

Αμεταμέλητος; Οχι ακριβώς. Η πολιτεία του στους καιρούς της δημοκρατικής ομαλότητας –και ιδίως ο εκπασοκισμός του– ήταν για κάποιους συντρόφους του συνθηκολόγηση. Ηταν όντως, αλλά όχι όπως την εννοούσαν. Ο Γλέζος συνήψε ειρήνη με τον συρμό της Μεταπολίτευσης, γιατί αυτή ήταν τότε η ιστορική επιταγή: η μετάβαση από την εμφυλιακή στην απόλεμη –από τη χωλή στην πλήρη– δημοκρατία.

Οταν, στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, αυτή η εσωτερική ειρήνη κινδύνευσε, ο Γλέζος διέθεσε το τοτεμικό του βάρος εναντίον της. Η στάση του –η ίδια η μορφή του– επιστρατεύθηκε σαν φτυάρι για την αντιμνημονιακή εκταφή της δεκαετίας του ’40 – για να νομιμοποιηθεί η γλώσσα που μιλούσε για γερμανοτσολιάδες, νέες κατοχές και «όχι ξανά Βάρκιζες». 

Μια όψιμη χειρονομία του έδειξε, πάντως, ότι ο ίδιος δεν ήταν όμηρος της πληγής από την οποία οι άκαπνοι λιβανιστές του επέμεναν να αιμοδοτήσουν νέα μίση. Τον Ιούνιο του 2017 πήρε αγκαλιά τον πρέσβη της Γερμανίας για να τον προστατεύσει από τους φανατικούς που δεν τον άφηναν να καταθέσει στεφάνι στο Δίστομο.

Πρόλαβε, άραγε; Πρόλαβε να μας ακούσει να λέμε τα σαλόνια μας «κελιά» και την αντιιική μας απομόνωση «πόλεμο»; Σημασία δεν έχει τι θα απαντούσε. Σημασία έχει ότι δεν μπορούμε πια να απευθύνουμε την ερώτηση σε κάποιον που λειτουργούσε ως ζωντανό μέτρο για το παρόν. Σε κάποιον που σκαρφάλωσε στην Ακρόπολη για να υποστείλει τη σβάστικα, αλλά κυλίστηκε και στους υπονόμους για να ανατινάξει τον Τσώρτσιλ στη «Μεγάλη Βρεταννία».

Κάποιον που έδινε γέρος παραστάσεις στην Ευρωβουλή, αλλά έστερξε κάποτε να υπηρετήσει ως κοινοτάρχης και τον «βράχο» όπου γεννήθηκε. Κάποιον που αντί να ξοφλήσει τη ζωή του με την τόλμη μιας στιγμής, την έσπειρε σε έναν αιώνα.