ΑΠΟΨΕΙΣ

Κυριάκος Μητσοτάκης: Πρόωρες

gkat_20_0404_page_1_image_0001

Εχει περάσει ένας μήνας και κάτι. Μέχρι τα τέλη Φεβρουαρίου η κυβέρνηση Μητσοτάκη έβλεπε την παλάμη του Μουτζούρη να διαγράφει μια απότομη ελλειπτική τροχιά από τον ουρανό στην έδρα της μουτζούρειας φύσης. Και ήταν αναγκασμένη να κάνει περίπου ότι δεν βλέπει.

Ο μήνας που πέρασε επιβεβαιώνει τη θεωρία του Λένιν για τη σχετικότητα του χρόνου: Σε κάποιες δεκαετίες δεν συμβαίνει τίποτε· και σε κάποιες εβδομάδες συμβαίνουν δεκαετίες. Ψημένη στο καμίνι δύο κρίσεων, η κυβέρνηση επιβεβαιώνεται όχι μόνο από τα δημοσκοπικά ποσοστά, όσο εκ του ίδιου του αποτελέσματος: Από το γεγονός ότι έχει καταφέρει να περιβάλλεται το εγχείρημα των δρακόντειων –και ζημιογόνων– απαγορεύσεων από σχεδόν ομόθυμη εμπιστοσύνη.

Ως πειστήριο των επιδόσεών του, ο Μητσοτάκης δεν χρειάζεται να εγείρει μόνο τον ισχυρισμό της υποθετικής συμφοράς που έμελλε να συμβεί – το «τι-θα-γινόταν-αν». Μπορεί να επικαλείται το μαρτύριο των άλλων χωρών, που είχαν περισσότερους πόρους και πείρα, αλλά ατύχησαν σε ηγεσία. Το ερώτημα είναι ώς πότε θα βρίσκει ώτα αυτή η ορθολογική αποτίμηση. Θα αντέξει η λογική στο δάγκωμα της αγανάκτησης, που μοιραία θα αγριέψει όταν ο κίνδυνος για τη ζωή θα έχει υποχωρήσει, και θα αρχίσει να γίνεται αισθητή η ύφεση;

Κάποιοι στην κυβέρνηση φαίνεται να πιστεύουν ότι είναι τόσο ισχυρό το πολιτικό κεφάλαιο που έχτισε ο Μητσοτάκης τις τελευταίες σαράντα ημέρες, ώστε να μπορεί να εδραιώσει την πολιτική του κυριαρχία. Ωστε να μπορεί να εξαργυρώσει γρήγορα αυτό το κεφάλαιο στην κάλπη.

«Κάποιοι φαίνεται να επενδύουν στις επιτυχίες μας και θέλουν γρήγορες εκλογές, επειδή απολαμβάνουμε ευρείας στήριξης από τους πολίτες», είχε πει ο ίδιος ο Μητσοτάκης τον Φεβρουάριο. «Κάνουν μεγάλο λάθος… Οι πολίτες δεν μας εξέλεξαν για να κάνουμε τακτικισμούς. Μας εξέλεξαν για να φέρουμε αποτέλεσμα και θα φέρουμε».

Θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί ότι αυτή η δήλωση ήταν ορθή όταν έγινε, αλλά δεν είναι πια. Η μεταπανδημική Ελλάδα θα είναι μια χώρα που θα πρέπει να βρει από την αρχή το νήμα της ανάκαμψης. Θα απαιτηθούν, λένε, δύσκολες αποφάσεις. Αποφάσεις που χρειάζονται ισχυρή νομιμοποίηση.

Αν όμως η κυριαρχία του Μητσοτάκη είναι τόσο ακλόνητη –αν η σημερινή του εικόνα έχει ρίζες– τότε γιατί χρειάζεται να τη δοκιμάσει σε διπλές κάλπες – και μάλιστα μετά ένα «μαύρο» καλοκαίρι στην οικονομία; Αν έχει άνετη κοινοβουλευτική πλειοψηφία και ανανεωμένα κοινωνικά ερείσματα, τι τον εμποδίζει να ολοκληρώσει και το εγχείρημα της επανεκκίνησης της οικονομίας;

Αυτοί που θέλουν πρόωρες, μάλλον δεν πιστεύουν και πολύ στην αντοχή του μητσοτακικού brand. Δεν πιστεύουν καν στην κουλτούρα διακυβέρνησης που καθιέρωσε αυτό το brand. Στη διακυβέρνηση που δικαιώνεται ακριβώς επειδή, όταν δοκιμάστηκε, αψήφησε τους τακτικισμούς.