ΑΠΟΨΕΙΣ

Κύριε ελέησον

Κύριε ελέησον, Χριστέ ελέησον. Ελληνικές μοναχικές νησίδες μέσα στη θάλασσα της λατινικής στιχουργικής της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, απαντούν και στα θρησκευτικά έργα των μεγάλων Ευρωπαίων μουσουργών.

Η Μεγάλη Λειτουργία του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ σε ρε ελάσσονα, με αριθμό καταλόγου Κέχελ 427, γραμμένη στο Σάλτσμπουργκ το 1782, όταν ο συνθέτης ήταν μόλις είκοσι έξι ετών (αλίμονο: είχε μόλις εννέα χρόνια ζωής ακόμη), εκκινεί με ένα από τα πλέον ανατριχιαστικά, δραματικά «Kyrie Eleison». To έργο, στο σύνολό του, δονείται από ένταση υπερβατική, από μια σπάνια αίσθηση ιερότητας που διαπερνά τον οποιονδήποτε: δεν χρειάζεται, θέλω, να πω να είσαι διόλου θρησκευόμενος για να νιώσεις το μεγαλείο της μουσικής αυτής.

Ειδικά όμως το «Κύριε», ένα andante moderato για υψίφωνο και χορωδία, με το οποίο αρχίζει η Μεγάλη Λειτουργία, μοιάζει να στέκει ωσάν αυτόνομο μνημείο δέους απέναντι στο άπειρο του Θεού (ή στο άπειρο γενικώς, αν προτιμάτε). Τα εισαγωγικά έγχορδα, αργά, υποβλητικά, σχεδόν απειλητικά, προετοιμάζουν το έδαφος για τη χορωδία η οποία υψώνει την επίκλησή της προς το απέραντο. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι είναι η ασυνείδητη ή συνειδητή επίκληση κάθε θνητού απέναντι στο πέρα από τον οποιονδήποτε έλεγχό μας, στο πέρα από το ορατό.

Ο Μότσαρτ κρατάει το αγωνιώδες «Κύριε» για τη μεικτή χορωδία, αλλά το «Χριστέ ελέησον», που ακολουθεί, το αφήνει για τη μοναχική, γλυκιά υψίφωνο. Πράγματι: στο «Χριστέ» περνάμε από την ελάσσονα στη μείζονα κλίμακα, από το βάρος και την ανησυχία στη γλυκιά μέθεξη και την ησυχία. Ο ιερός τρόμος αφορά τον Θεό, αλλά όταν ο θνητός απευθύνεται προς τον Χριστό (έναν θεό που υποτίθεται ότι ήταν και άνθρωπος, γιος, «δικός μας» με άλλα λόγια), τα αισθήματα μαλακώνουν, γλυκαίνουν, το mysterium tremendum απαλύνεται και απομένει μια τρυφερότητα.

Το «Κύριε» της Λειτουργίας Κ427 κλείνει με μια δραματική επιστροφή στην ελάσσονα κλίμακα, με ένα ακόμα ιλιγγιώδες «Κύριε». Είναι λες και ο Αυστριακός μουσουργός πρόωρα εκφράζει μουσικά τις πολύ γνωστές στους θεολογικούς κύκλους σκέψεις του Γερμανού Ρούντολφ Οτο στο κλασικό έργο του 1917 «Η έννοια του ιερού», όπου αναπτύσσει την έννοια του περίφημου Numinous: τον τρόμο που κυριεύει τον θνητό όταν καταλαμβάνεται από την αίσθηση του θείου. Η ιδέα του Θεού προκαλεί φόβο και δέος, αντίθετα ο οικείος Χριστός προσλαμβάνεται τελείως διαφορετικά. Αντιστικτικά, στο μεγαλειώδες «Κύριε», μπορεί κάποιος να αντιπαραβάλει ένα άλλο έξοχο μέρος της Λειτουργίας, την άρια «Et incarnatus est»: ένα σχεδόν ερωτικό τραγούδι παραδείσιας απλότητας και γλυκύτητας.

Η μουσική είναι μια παραμυθία, προσφέρει παρηγοριά απέναντι στον τρόμο του χρόνου, στην αγωνία της ύπαρξης, υπενθυμίζει την ομορφιά της ζωής, ειδικά αυτές τις μέρες, εν μέσω πανδημίας, καθώς κυλά και η Μεγάλη Εβδομάδα. Καλή Ανάσταση σε όλους, λοιπόν, με τους ανθρώπους και τις μουσικές που αγαπάτε. Και να προσέχετε πολύ όλοι.