ΑΠΟΨΕΙΣ

Η προσφορά δεν σταματάει ποτέ

gkat_02_1504_page_1_image_0002

Ο Προκόπης Παυλόπουλος δεν είναι πια Πρόεδρος της Δημοκρατίας, αλλά ο εθνικός ρόλος του συνεχίζεται και μετά το τέλος των αξιωμάτων. Ισως έχετε παρατηρήσει ότι ο τέως πρόεδρος, αφού για ένα μικρό διάστημα ξεκουράστηκε, παρεμβαίνει τακτικά διά του δημοσίου λόγου του, με αφορμή είτε την επικαιρότητα είτε τις επετείους, σαν να είναι ακόμη ο κορυφαίος πολιτειακός παράγων, σαν να είναι μια ιδιότυπη περίπτωση «σκιώδους προέδρου».

Αυτό δεν είναι απαραιτήτως κακό ούτε και ανάρμοστο, οφείλω να πω. Καλός ή κακός, ας τον κρίνει ο καθένας, ο κ. Παυλόπουλος υπήρξε Πρόεδρος της Δημοκρατίας και έχει κάθε δικαίωμα να εκφράζει την άποψή του. Αλλωστε, συγκαταλέγεται πλέον στις μεγάλες μορφές της ευρύτερης Αριστεράς, και στη χώρα μας οι αγωνιστές της Αριστεράς είναι πρόσωπα σεβαστά.

Επιπλέον, είναι και χρήσιμες αυτές οι παρεμβάσεις, καθώς λειτουργούν ως φόντο και ως μέτρο σύγκρισης με τις δηλώσεις της σημερινής Προέδρου της Δημοκρατίας και επιβεβαιώνουν έτσι την ορθότητα της επιλογής στο πρόσωπό της. (Να αφήσω τον αποστασιοποιημένο τόνο και να το πω ευθέως όπως το νιώθω: η σύγκριση σου δίνει την ανακούφιση της απαλλαγής από την ντροπή…)

Κάποιες φορές, μάλιστα, οι παρεμβάσεις του κ. Παυλόπουλου μπορεί να είναι και μεγαλειώδεις, όπως η προχθεσινή επιστολή του προς τον δήμαρχο Μεσολογγίου με αφορμή την επέτειο της ηρωικής Εξόδου. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα:

«Ο αχός από το Μεσολόγγι, εκείνο τον σκληρό Απρίλη της Εξόδου, δεν έχει σιγήσει. Δεν θα σιγήσει ποτέ. Μπορείς να τον αφουγκραστείς, να τον ακούσεις σαν πένθιμη καμπάνα ή και σαν εγερτήριο σάλπισμα, αρκεί ν’ αφήσεις την ψυχή σου αγνή –σα να ’ρχεται από τη μεταλαβιά– να νιώσει τα μυστικά της Λιμνοθάλασσας. Ν’ ανασάνει, μέσα στην εκκωφαντική σιωπή, τον αέρα μιας εγκαταλελειμμένης πελάδας της, να μυρίσει, μέσα στη νηνεμία της άνοιξης, την άρμη του νερού της. Θ’ ακούσεις τα κανόνια, θ’ ακούσεις τα ντουφέκια, θ’ ακούσεις την κραυγή των Εξοδιτών, θα μυρίσεις τον καπνό και το αίμα, δίχως να φοβηθείς, δίχως να πάρεις το δρόμο της φυγής. Θα μείνεις εκεί και θα συλλογιέσαι τι σημαίνει να είσαι Ελληνας. Θα συναντάς, ξανά και ξανά, την Ελευθερία να σφίγγει στην αγκαλιά της μάνες και παιδιά, να γνέφει στοργικά στους Αγωνιστές που υψώνουν το σπαθί με το μάτι αγριεμένο, να μοιρολογάει, σαν Παναγιά κάτω από το Σταυρό, το ξόδι του Βύρωνα. Το Μεσολόγγι ζει».

Αντιλαμβάνομαι ότι ορισμένοι καχύποπτοι ίσως διαβάσουν πίσω από τις γραμμές ένα μήνυμα διαρκούς επανάστασης (με την τροτσκιστική έννοια), αλλά στην υπηρεσία του Χριστιανισμού που καταπιέζεται και μάλιστα σε πασχαλινή περίοδο. (Προσοχή, π.χ., στην αναφορά στο απαγορευμένο μυστήριο της «μεταλαβιάς».) Δεν θα υπάρξουν, ωστόσο, ακαλλιέργητοι που δεν θα αναγνωρίσουν αμέσως τον μεγάλο λυρικό!

Κατόπιν αυτού, αθλοθετώ βραβείο ύψους 400 ευρώ (μετέχουμε τρεις φίλοι και εγώ – από ένα κατοστάρικο ο καθένας και όποιος άλλος θέλει ευπρόσδεκτος) για τον μουσουργό που θα μελοποιήσει τον ύμνο του ποιητή Παυλόπουλου «Το Μεσολόγγι ζει». Οι προδιαγραφές της καλλιτεχνικής επιτροπής είναι σαφείς και απλές: όχι ρετσιτατίβο και τέτοιες κοροϊδίες, κανονικό μπελ κάντο, με κάτι ηρωικό στο ύφος του Μίκη Θεοδωράκη· τέλος, να μπορεί να παίζεται –όχι όλο, αλλά ένα αναγνωρίσιμο μέρος του– από μπάντα πνευστών, για να παίζεται και στις παρελάσεις.

Η πολιορκία της Σεβαστουπόλεως –όχι της οδού στους Αμπελοκήπους, αλλά της ρωσικής πόλης στον Κριμαϊκό Πόλεμο– γέννησε τον μεγάλο Τολστόι. Οι εμπειρίες του τότε ως αξιωματικού στην πολιορκούμενη πόλη έδωσαν το υλικό των πρώτων γραπτών του. Ομοίως, τολμώ να πω, εκείνη η εμπειρία με τον Ερντογάν πάνω στον περίφημο καναπέ του προεδρικού γέννησε τον ποιητή Παυλόπουλο, έναν εθνικό ποιητή!

Παρεμπιπτόντως, εκείνος ο χρυσοποίκιλτος καναπές, που αποτελεί πλέον μέρος της ιστορίας και των ελληνοτουρκικών σχέσεων και της σύγχρονης λογοτεχνίας, τι απέγινε; Φυλάσσεται κάπου ή διετάχθη η ανατίναξή του, όπως συνέβη με το βαγόνι στο οποίο οι Γερμανοί είχαν υπογράψει την παράδοσή τους στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο; 

Δημιουργική ασάφεια

Με αφορμή μια αυτοσχέδια και σεμνή τελετή ευλογίας 10.000 πακέτων με τρόφιμα για τους φτωχούς (μαζικώς, εννοείται, όχι ενός εκάστου πακέτου), ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος έκανε μια δήλωση που συμπυκνώνει θαυμάσια την επαμφοτερίζουσα στάση της Εκκλησίας έναντι της παρούσας κρίσης. «Δεν συζητείται η Θεία Κοινωνία. Η συνάθροιση είναι κάτι διαφορετικό», είπε. Δεν μας νοιάζει, δηλαδή, αν ο ιός μεταδίδεται από τη Θεία Κοινωνία (αυτό σημαίνει το «δεν συζητούμε»)· εντούτοις, αποδεχόμαστε ότι μεταδίδεται από τη συνάθροιση και γι’ αυτό κρατάμε κλειστές τις εκκλησίες.

Ολο μαζί είναι, βέβαια, παράλογο ως συλλογισμός. Ωστόσο, καθεμία από τις αντιτιθέμενες πλευρές στην Ιεραρχία –οι Ταλιμπάν της Ορθοδοξίας από τη μία και από την άλλη οι πραγματιστές– βρίσκει εκείνο που την ικανοποιεί. Η απαγόρευση των συναθροίσεων, δηλαδή των ανοικτών λειτουργιών, βρίσκει σύμφωνους τους νομιμόφρονες μητροπολίτες, ενώ η κατηγορηματική άρνηση κάθε συζήτησης για τη Θεία Κοινωνία καλύπτει τους Ταλιμπάν. Στις μέρες μας, τέτοια αντιφατικότητα την ονομάζουμε δημιουργική ασάφεια. Εκείνοι την ονομάζουν πάντα εκκλησιαστική οικονομία…