ΑΠΟΨΕΙΣ

Πόουλ Τόμσεν: Μνήμη

gkat_20_1604_page_1_image_0001

Ηταν η τελευταία του συνέντευξη Τύπου. Ισως αυτή η κορωνόπληκτη τηλε-σύνοδος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου ήταν και η τελευταία επίσημη εμφάνιση του Πόουλ Τόμσεν, που συνταξιοδοτείται τον Ιούλιο. Η συνταξιοδότηση του Δανού δεν θα σηματοδοτήσει και την αποστράτευση του εφιάλτη που η μορφή του αφυπνίζει στο ελληνικό υποσυνείδητο.

Μακάρι να ήταν μόνο η αφύπνιση της μνήμης. Επαγγελματίας κομιστής του δυσοίωνου, ο Τόμσεν διακήρυξε το αυτονόητο: ότι και στην πανδημική κρίση, όπου δεν νοείται καν η παράμετρος της εθνικής ευθύνης, η ελληνική οικονομία είναι ιδιαζόντως ευάλωτη. Ο ιός σκοτώνει πρώτο το προϊόν πολυτελείας από το οποίο εξαρτάται εθνικός πλούτος. Πρώτο τον τουρισμό.

Η αυτονόητη αλήθεια παίρνει στα χείλη του Τόμσεν αποτρόπαιες ιστορικές αναλογίες: Παρά τις παλινωδίες της, η Ελλάδα πέτυχε πρωτοφανή δημοσιονομική προσαρμογή. Πέτυχε, διαψεύδοντας όσους την είχαν καταδικάσει ως failed state, να δανείζεται στις αρχές του χρόνου με μηδενικά επιτόκια. Αυτά τα νωπά επιτεύγματα σαρώνονται τώρα από ένα παγκόσμιο φυσικό φαινόμενο. Κακούργα τύχη.

Πολλοί εξηγούν την επιτυχία της ελληνικής άμυνας στην πανδημία από τα αντισώματα ορθολογισμού και υπομονής με τα οποία προίκισε την κοινωνία η προηγούμενη κρίση. Η εξήγηση ακούγεται σαν ρομαντικός ψυχολογισμός. Ακούγεται έτσι, γιατί η εικαζόμενη σκληραγώγηση του εθνικού εαυτού έχει δοκιμαστεί μόνο κατά το ήμισυ.

Η εικόνα και μόνο του Τόμσεν έμοιαζε να θέτει αυτό το ερώτημα: Εχει η Ελλάδα αποκομίσει από τη χρεοκοπία της κάτι που να την εξοπλίζει να αντιμετωπίσει τώρα πιο δραστικά την κακουχία; Ή ισχύει το αντίθετο; Οτι η νέα κρίση την βρίσκει με τις αντοχές της εξαντλημένες;

Οι κυβερνήσεις με τις οποίες διαπραγματεύθηκε ο Τόμσεν έπεφταν πάντα στην παγίδα της παρέλκυσης: δεν έπαιρναν εγκαίρως τα οδυνηρά μέτρα, φοβούμενες το πολιτικό κόστος. Κατέληγαν έτσι πάντα και τα μέτρα να παίρνουν και το πολιτικό κόστος να επωμίζονται πολλαπλάσιο – αφού, προτού γίνουν μνημονιακές, είχαν οι ίδιες πλειοδοτήσει σε αντιμνημονιακή δραματοποίηση.

Είναι νωρίς για να πει κανείς αν το πολιτικό σύστημα έχει πάρει το δίδαγμα από την προηγούμενη αυτοπαγίδευσή του. Μπορεί όμως να πει ότι στην πρώτη φάση της υγειονομικής απειλής ακολουθήθηκε το αντίστροφο μοντέλο: Η κυβέρνηση δεν φοβήθηκε το πολιτικό κόστος, παίρνοντας αποφάσεις που τη στιγμή της λήψης τους έμοιαζαν σοκαριστικές. Ποιος θα φανταζόταν στο τέλος Μαρτίου ότι οι απαγορεύσεις θα τύγχαναν σχεδόν καθολικής αποδοχής – σε βαθμό που να γράφονται για τον Χαρδαλιά ακόμη και πασχαλινοί κλαρινοπαιάνες;

Οι αποφάσεις που έπονται θα έχουν κόστος. Αλλά η δεκαετία του χρεοκοπικού τέλματος μας το έχει μάθει: Ο φόβος του κόστους, το πολλαπλασιάζει.