ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια «συνάντηση» αλλόκοτη και προφητική

Φέτος η «συνάντηση» δεν έγινε. Δεν μαζευτήκαμε στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση, αλλά στην ψηφιακή πλατφόρμα του, δεν φορέσαμε τα «καλά μας» αλλά τις φόρμες μας, δεν αγκαλιαστήκαμε στην είσοδο και στην έξοδο, δεν ευχηθήκαμε, δεν συγχαρήκαμε τους βραβευμένους, διά ζώσης τουλάχιστον, οι διαδικασίες ήταν συνοπτικές, τα σχόλια, οι πανηγυρισμοί ή η απογοήτευση «έμειναν σπίτι». Εγιναν σύντομες φράσεις σε chat ή sms, τηλεφωνήματα ή emails. 

Την περασμένη Τρίτη, στις 4 το μεσημέρι, άρχισε η διαδικτυακή τελετή απονομής των βραβείων Ιρις της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου, με παρουσιαστές τον Χρήστο Λούλη και την Ελλη Τρίγγου. Η απευθείας σύνδεση επετεύχθη. Η απευθείας επαφή μετατέθηκε σε ευθετότερο χρόνο, όταν η γιορτή θα γίνει πράξη και οι νικητές θα κρατήσουν στο χέρι τα βραβεία τους, όπως υποσχέθηκε ο πρόεδρος της ΕΑΚ, Γιώργος Τσεμπερόπουλος.

Η συνθήκη ήταν αλλόκοτη, η παρουσίαση και ο συντονισμός άρτια, οι ταινίες, συνολικά παρά τις επιμέρους αδυναμίες, διέθεταν πρωτοτυπία, υψηλό επίπεδο ερμηνειών και σκηνοθετικές δεξιότητες, δίνοντας στις βραβεύσεις υπόσταση. Η διαδικασία «έτρεξε» μέσα σε 40, περίπου, λεπτά. «Στοιχηματίζαμε» με τον Αιμίλιο (Χαρμπή) στο chat, στα δευτερόλεπτα που μεσολαβούσαν από την προβολή των υποψηφίων στην κάθε κατηγορία –δεν τα πήγαμε και άσχημα!–, ανταλλάσσαμε sms με τη Βένα (Γεωργακοπούλου) και μετά σχολιάσαμε «επί των σημείων», αναβρασμός για λίγη ώρα και ύστερα σιωπή.

Στο σπίτι του ο καθένας, όλοι όσοι συνυπήρξαμε διαδικτυακά live (περίπου 4.000 σύμφωνα με τη μέτρηση), νιώσαμε την κοινότητα της ίδιας εμπειρίας (;), χρονομετρημένα. Στη συνέχεια αποτραβηχτήκαμε στις ασχολίες μας. Η ίδια ασυνήθιστη συστολή και διαστολή του χρόνου, ακανόνιστα, συμπτωματικά και ασύμπτωτα, με ωράριο που άλλοτε υπάρχει άλλοτε επινοείται, πρωταγωνιστές, σεναριογράφοι και σκηνοθέτες μιας καθημερινότητας χωρίς θεατές.

Η 10η απονομή των βραβείων της Ακαδημίας Κινηματογράφου θα μνημονεύεται στο μέλλον ως ξεχωριστή. Κανείς δεν ξέρει πώς θα είναι η επόμενη μέρα και αν οι επόμενες τελετές θα είναι –και πόσο– διαφορετικές (όλα τα ενδεχόμενα παραμένουν ανοικτά) αλλά η φετινή ημερομηνία, ούτως ή άλλως, είναι αρχή που δεν λησμονείται. Θα συμπεριλαμβάνεται, θα αναφέρεται, θα λαμβάνεται υπόψη, θα επηρεάσει (λιγότερο ή περισσότερο) τη διαδικασία των βραβείων.

Πότε θα αποκατασταθεί άραγε η δυνατότητα όχι μόνο της απρόσκοπτης παρακολούθησης σε μια αίθουσα γεμάτη κόσμο, αλλά και του γυρίσματος των ταινιών με τον τρόπο που γίνονταν έως σήμερα; Η επόμενη χρονιά θα περιλαμβάνει πολυπρόσωπα δράματα/βιογραφίες όπως η «Ευτυχία»; Η ταινία του Αγγελου Φραντζή, για τη ζωή και το έργο της Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου, κέρδισε συνολικά 8 βραβεία, ανάμεσά τους αυτό της καλύτερης ταινίας. Ντοκιμαντέρ με τη συμμετοχή κατοίκων μιας ολόκληρης περιοχής όπως το βραβευμένο «Οταν ο Βάγκνερ συνάντησε τις ντομάτες» της Μαριάννας Οικονόμου; Μήπως η απομόνωση του «Ζίζοτεκ» του Βαρδή Μαρινάκη (η εγκατάλειψη ενός 9χρονου αγοριού και η σχέση που αναπτύσσει με έναν μοναχικό και ιδιότροπο μεσήλικα) ή η ερημική παραλία της «Winona» του Αλέξανδρου Βούλγαρη (όπου περνούν μια καλοκαιρινή μέρα τέσσερα κορίτσια και το καλά κρυμμένο «μυστικό» τους) θα αποτελέσουν «μοντέλο» για το μέλλον; Μαζί και η εσωστρεφής και αποκομμένη από το περιβάλλον ηρωίδα του «Cosmic Candy» της Ρηνιώς Δραγασάκη; 

Το ελληνικό σινεμά, μέρος του γενικότερου, διεθνούς, κινηματογραφικού, διλήμματος/προβληματισμού που θα προκύψει, μετά την πανδημία, πρακτικά, αισθητικά, σεναριακά, προς τα πού θα στραφεί; Ξανακοιτάζοντας τη φετινή παραγωγή, όπως εκπροσωπήθηκε στα βραβεία Ιρις, διαπιστώνω μια ποικιλομορφία σχεδόν «προφητική». Ο Γιώργος Γεωργόπουλος, μάλιστα, στο «Δε θέλω να γίνω δυσάρεστος αλλά πρέπει να μιλήσουμε για κάτι πολύ σοβαρό» έχει ως κεντρικό ήρωα έναν νέο άντρα φορέα ενός νέου και εξαιρετικά επικίνδυνου ιού, που οι γιατροί ακόμη δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν (!).

Η 10η αυτή ψηφιακή τελετή των βραβείων Ιρις είχε κάτι συγκινητικά αισιόδοξο. Ανέδειξε ένα σινεμά στραμμένο στην πρόκληση της εποχής, επινοητικό και ευέλικτο. Μείναμε με την επίγευση μιας ελπίδας: το ελληνικό σινεμά θα βρει τον βηματισμό του σε αυτούς τους απρόβλεπτους καιρούς.