ΑΠΟΨΕΙΣ

Το επιχείρημα υπέρ των πρόωρων εκλογών

Αφορμή για τη συζήτηση περί πρόωρων εκλογών δόθηκε από μία πρόταση στο πρόσφατο διάγγελμα του Κυριάκου Μητσοτάκη. «Μετά την κρίση», είπε ο πρωθυπουργός, «η κάθε εξουσία οφείλει να εγκαταλείπει το απυρόβλητο της ανάγκης, δυναμώνοντας τη λογοδοσία, γιατί καμιά έκτακτη συνθήκη δεν μπορεί να αμφισβητεί τη δημοκρατική ευαισθησία». Αρκετά ασαφές –και μάλλον σκοπίμως–, ικανό όμως για να ανάψει η κουβέντα, μολονότι η συγκεκριμένη αναφορά του πρωθυπουργού αφορούσε την αποκατάσταση της πλήρους λειτουργίας των δημοκρατικών θεσμών. (Για τον λόγο αυτόν, άλλωστε, αμέσως μετά την επίμαχη πρόταση, επισήμανε ότι η Βουλή και οι θεσμοί δεν έπαψαν να λειτουργούν παρά την πανδημία.)

Αν το νόημα –το μάλλον αμφισβητούμενο– αυτών των 27 λέξεων από το διάγγελμα του πρωθυπουργού είναι μια ασθενής αφορμή, εν σχέσει με την ένταση της συζήτησης που έχει προκαλέσει, είναι επειδή η αιτία που θέτει σε κίνηση τους φόβους περί πρόωρων εκλογών είναι εντελώς πραγματική. Είναι ευνόητο να ξεσηκώνεται σύσσωμη η αντιπολίτευση στην ιδέα και μόνο των πρόωρων εκλογών, με τις τάσεις που καταγράφουν οι δημοσκοπήσεις αυτή την περίοδο. Επίσης, το κλίμα εμπιστοσύνης που χτίζεται τώρα δεν πρόκειται να εξαερωθεί με τη σταδιακή επάνοδο στους κανονικούς ρυθμούς – θα είναι εκεί, για να το αξιοποιήσει η κυβέρνηση προς όφελός της. Με τέτοιες συνθήκες, είναι λογικό να τρομάζει η αντιπολίτευση, διότι αυτό που βλέπει μπροστά της στο ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών είναι το φάσμα της συντριβής.  

Ωστόσο, ο φόβος της αντιπολίτευσης δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να είναι το κίνητρο μιας σοβαρής κυβέρνησης – με την έννοια ότι δεν χρειάζεσαι κάτι όταν δεν ξέρεις τι θέλεις να το κάνεις. Οι εκλογικές νίκες δεν κερδίζονται για τις δάφνες, αλλά επειδή συμβάλλουν στην πραγματοποίηση ενός γενικότερου πολιτικού οράματος, επειδή συμβάλλουν στην επιτυχία μιας στρατηγικής για τη χώρα, επ’ ωφελεία του κοινού συμφέροντος.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η ουσία του επιχειρήματος υπέρ των εκλογών, διότι, μετά την κρίση, οι συνθήκες της πραγματικότητας θα είναι πολύ διαφορετικές και η εντολή την οποία έλαβε η κυβέρνηση θα είναι παρωχημένη, αδύναμη να ανταποκριθεί στις νέες συνθήκες.

Παλαιότερα, σε ομαλότερες περιόδους, γινόταν κατά καιρούς συζήτηση για την ανάγκη πρόωρων εκλογών, προκειμένου να εξουδετερωθεί ο σκόπελος της απλής αναλογικής (διότι μόνο αφού θα έχουν γίνει οι επόμενες εκλογές, με το σύστημα που ορίζει σήμερα ο νόμος, θα μπορεί να αλλάξει ο σχετικός νόμος). Αυτό το κίνητρο έχει πια ξεπεραστεί από άλλα, πολύ σοβαρότερα. Η ζημία στην οικονομία, εξαιτίας μια κρίσης που κανείς δεν περίμενε ούτε και μπορούσε να προβλέψει, αναδιατάσσει προτεραιότητες και ανάγκες. Οι νέες συνθήκες καλούν για νέο σχέδιο, νέους στόχους, νέα χρονοδιαγράμματα, ενδεχομένως και νέα μέσα για την επίτευξή τους. Στην ακραία περίπτωση –κάτι που θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη της πανδημίας– μιλούμε, δηλαδή, για ανανέωση της λαϊκής εντολής επί τη βάσει των νέων δεδομένων της πραγματικότητας.   

Η διαφορά μεταξύ των δύο είναι τεράστια ως προς την προσωπική ευθύνη. Η ευθύνη του Τσίπρα το καλοκαίρι του 2015 ήταν δική του εξ ολοκλήρου, ενώ ο Μητσοτάκης δεν ευθύνεται που οι παγκολίνοι τρώνε νυχτερίδες και οι Κινέζοι τρώνε τους παγκολίνους και πάει λέγοντας μέχρι που φθάσαμε τους 2.500 νεκρούς στις ΗΠΑ μέσα σε μία ημέρα. Αντιθέτως, η κυβέρνησή του επαινείται ακόμη και από τον Γιουβάλ Χαράρι για την αποτελεσματική αντιμετώπιση της πανδημίας.

Εντούτοις, η ειρωνεία της ομοιότητας των περιστάσεων είναι αναπόφευκτη. Ο Τσίπρας, μετά τον Ιούλιο του 2015, έκρινε αναγκαίο να ζητήσει από το εκλογικό σώμα ανανέωση της εντολής, για ένα νέο μνημόνιο που μας έφερνε και το οποίο ήταν όλο δικό του. Την έλαβε και χάρη σε αυτήν κυβέρνησε απρόσκοπτα τα επόμενα τέσσερα χρόνια. Ατυχώς, ο Μητσοτάκης ενδέχεται να βρεθεί στην ίδια θέση, υποχρεωμένος να εφαρμόσει ένα μνημόνιο δικής μας επινοήσεως, απαραίτητο για να περάσουμε γρήγορα από την ύφεση στην ανάκαμψη.

Θα είναι δικό μας μνημόνιο αυτό, όχι έξωθεν επιβεβλημένο. Επίσης, την εφαρμογή του θα αναλάβει μια κυβερνητική ομάδα διαπιστωμένης ικανότητας πλέον στη διαχείριση δύσκολων καταστάσεων. Ολα αυτά είναι πλεονεκτήματα, όμως για να έχει ελπίδα επιτυχίας ένα τέτοιο πρόγραμμα χρειάζεται πρωτίστως την έγκριση των ψηφοφόρων. Οσο ευνοϊκές και αν είναι οι συνθήκες, δεν είναι απλό να τη ζητήσει ένας πρωθυπουργός, εφόσον το εγχείρημα συνεπάγεται διπλές εκλογές. Το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Κυριάκου, εν προκειμένω, είναι η ευθύτητα και η εντιμότητα με την οποία θέτει τα ζητήματα στον κόσμο. Εντέλει, ας το πω ξανά, το μυστικό της ηγεσίας είναι πόση αλήθεια μοιράζεσαι με τον κόσμο που ζητάς να σε ακολουθήσει.