ΑΠΟΨΕΙΣ

Ποια ηλικιακή ομάδα πρέπει τελικά να περιορίσουμε;

Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν δήλωσε πρόσφατα ότι μέχρι το τέλος του έτους «θα πρέπει να περιορίσουμε όσον το δυνατόν περισσότερο τις επαφές των ηλικιωμένων». Και πρόσθεσε: «Τα παιδιά και οι νέοι θα χαρούν περισσότερη ελευθερία κίνησης από όσο οι πιο ηλικιωμένοι». Είναι όμως αυτή η θέση σωστή;

Τα στοιχεία που δημοσίευσε το Chinese Center for Disease Control and Prevention για τη θνητότητα από τον COVID-19 ανά ηλικία και είναι αποδεκτά από την παγκόσμια επιστημονική κοινότητα δείχνουν ότι μέχρι την ηλικία των 49 ετών η θνητότητα είναι κάτω από το 1%. Μετά τα 50 ανεβαίνει προοδευτικά στο 1,3% στην ηλικιακή ομάδα 50-59, 3,6% στην ομάδα 60-69, 8% στην ομάδα 70-79 και 14,8% στους ασθενείς ηλικίας πάνω από 80 ετών.

Αρα, πράγματι, τα μεγάλης ηλικίας άτομα έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα από τους νέους να πεθάνουν από τον κορωνοϊό. Βέβαια και αυτά τα στοιχεία δεν μας εντυπωσιάζουν. Η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), σε στοιχεία που αποτυπώνουν τα δημογραφικά μεγέθη της χώρας για το έτος 2017, αναφέρει ότι από το σύνολο των 124.501 θανάτων, οι 76.470 αφορούν σε άτομα ηλικίας άνω των 80 ετών και μόνο 4.473 θάνατοι σε άτομα κάτω των 50 ετών.

Τα δημοσιευμένα, όμως, στοιχεία που εντυπωσιάζουν είναι ότι στην Κορέα 20% των θανάτων συνέβη σε άτομα ηλικίας κάτω των 60 ετών. Στην Ιταλία το 15% που νοσηλεύονται στις ΜΕΘ είναι ηλικίας κάτω των 50 ετών. Στη Νέα Υόρκη το 54% των ασθενών που νοσηλεύονται με κορωνοϊό είναι ηλικίας μεταξύ 18 και 49 ετών.

Στις 16 Μαρτίου 2020 το έγκριτο αμερικανικό CDC ανακοίνωσε ότι από τα άτομα που νοσηλεύονται στα νοσοκομεία το 38% ήταν ηλικίας 20-54 ετών. Οι μισοί από όσους καταλήγουν στις μονάδες εντατικής θεραπείας είναι ηλικίας κάτω των 65 ετών. Παρόμοια στοιχεία δίνονται και στην Ευρώπη, όπου στη Γαλλία και στην Ολλανδία, το 50% των βαρέως πασχόντων είναι ηλικίας κάτω των 50 ετών.

Βλέπουμε λοιπόν ότι και νεότερα στην ηλικία άτομα και νοσούν και νοσηλεύονται και πεθαίνουν από τον COVID-19. Και αυτό βέβαια το στοιχείο δεν προκαλεί έκπληξη, αφού πολλές από τις «υποκείμενες» νόσους στους νεότερους, όπως η παχυσαρκία και η χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια από το κάπνισμα, οδηγούν σε μεγαλύτερη νοσηρότητα και θνητότητα έπειτα από λοίμωξη με τον κορωνοϊό.

Οπως λέει ο καθηγητής Gregory Poland της Mayo Clinic, «είναι γνωστό ότι όταν ένα παχύσαρκο άτομο έχει δυσκολία στην αναπνοή, οι πνεύμονές του δεν εκπτύσσονται τόσο όσο οι πνεύμονες ενός μη παχύσαρκου ατόμου». Εξάλλου, για τον αρνητικό ρόλο του καπνίσματος και μάλιστα του ατμίσματος, ο καθηγητής του Johns Hopkins, Michael Blaha τονίζει: «Τα άτομα που ατμίζουν έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να νοσήσουν σοβαρά από τον COVID-19».

Στα κριτήρια για μια απόφαση του κράτους να περιορίσει την κινητικότητα μιας μεγάλης ομάδος πολιτών δεν είναι τόσο η πιθανότητα να νοσήσει η ίδια η ομάδα όσο η πιθανότητα να διασπείρει τη νόσο στα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας.

Ποια, λοιπόν, σύμφωνα με τα σημερινά επιστημονικά στοιχεία είναι η πιο επικίνδυνη ηλικιακή ομάδα για τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας;

Ο καθηγητής του Harvard, dr Eric Feigl-Ding γράφει: «Η εμπειρία της Κορέας με τους εκτεταμένους ελέγχους έχει δείξει κάτι φοβιστικό. Οι νέοι άνθρωποι είναι οι κύριοι μεταφορείς του ιού στην κοινωνία. Η ηλικία των 20-29 ετών αποτελούν το 30% των αποδεδειγμένων φορέων του κορωνοϊού!».

Mε άλλα λόγια, παρόλο που αυτοί οι νέοι άνθρωποι έχουν τη μικρότερη πιθανότητα να νοσήσουν, είναι οι κυριότεροι φορείς της νόσου. Στο tweet του, ο Feigl-Ding προσθέτει: «Το θέμα είναι ότι τα νέα άτομα είναι 10 φορές πιο πιθανό να είναι κοινωνικά δραστήρια από τα ηλικιωμένα και μπορούν να μολύνουν 10 φορές πιο πολύ τους συνανθρώπους τους».

Αν λοιπόν αυτό είναι αλήθεια, και φαίνεται ότι όλοι οι «ειδικοί» σήμερα συμφωνούν, τότε αυτούς που θα έπρεπε να περιορίσουμε στο σπίτι τους μέχρι το τέλος του έτους δεν είναι οι ηλικιωμένοι αλλά οι νέοι! Προφανώς αυτό δεν μπορεί να γίνει, αλλά η γνώση αυτής της επιστημονικής αλήθειας μπορεί να καθοδηγήσει την πολιτεία στα επόμενα σωστά μέτρα που ακολουθούν την περίοδο του «Μένουμε Σπίτι».

Αν ο μεγαλύτερος κίνδυνος διασποράς της νόσου προέρχεται από τη νεολαία, τότε τα «στέκια» της νεολαίας πρέπει να παραμείνουν κλειστά μέχρι τέλος του έτους. Τα μπαρ, οι καφετέριες, τα εστιατόρια θα πρέπει να ανοίξουν τελευταία. Προφανώς, μια τέτοια πρόταση θίγει τους ιδιοκτήτες αυτών των κέντρων και τους δημάρχους, περιφερειάρχες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης που έχουν μεγάλα έσοδα από τη λειτουργία αυτών των καταστημάτων.

Τα επιστημονικά στοιχεία δείχνουν ότι η θέση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για περιορισμό των «ηλικιωμένων» δεν είναι σωστή. Ο οποιασδήποτε ηλικίας άνθρωπος σε συνεργασία με τον προσωπικό του γιατρό μπορεί να αποφασίσει αν θα περιορισθεί ή όχι μετά τη «Μένουμε όλοι Σπίτι» εποχή.

Για την ελληνική κυβέρνηση, η δήλωση της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής αποτελεί μια ευκαιρία να απαντήσει τόσο στην Ευρώπη όσο και στον υπόλοιπο κόσμο με τα σωστά επιστημονικά και κοινωνικά μέτρα επανάκαμψης από την κρίση της πανδημίας του COVID-19.

* Ο κ. Δημήτρης Λινός είναι καθηγητής στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ, Lecturer στο Harvard Medical School.