ΑΠΟΨΕΙΣ

Νομιμοποίηση Μητσοτάκη και πρόωρες εκλογές

Εχει επανειλημμένως επισημανθεί ότι η κρίση πέραν των πολλών αρνητικών –πρωτίστως την απώλεια ανθρώπινων ζωών, αλλά και τις σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομία όπως και στην ψυχολογία– «επέβαλε» και αρκετά θετικά, και κυρίως τον ταχύτερο εκσυγχρονισμό του κρατικού μηχανισμού, σε μεγάλο βαθμό ακόμη και του ιδιωτικού τομέα.

Είδαμε την ψηφιοποίηση πολλών δημόσιων υπηρεσιών, την αυξανόμενη και αποτελεσματική χρήση του Διαδικτύου, την επέκταση της τηλεργασίας, την επιτυχή εφαρμογή της τηλεκπαίδευσης, αλλά και τις αντοχές του Εθνικού Συστήματος Υγείας.

Στο ενθαρρυντικό σκηνικό μπορεί να προστεθεί ο σεβασμός σε κανόνες και θεσμούς.

Στην προκειμένη περίπτωση δεν αναφέρομαι στην εφαρμογή των αυστηρών μέτρων από μια κοινωνία που θεωρείτο γενικά ανυπάκοη, ούτε σε θεσμούς όπως η Δικαιοσύνη. Αναφέρομαι στις εκλογές και τη συχνή επιλογή κάποιων πολιτικών κατά το παρελθόν να καταχρώνται το δικαίωμα της πρόωρης προσφυγής στις κάλπες. Το έπρατταν όχι γιατί το επέβαλαν οι συνθήκες, αλλά γιατί έκριναν ότι τους συνέφερε πολιτικά. Για να αποκομίσουν οι ίδιοι κομματικά οφέλη λόγω της συγκυρίας που τους ευνοούσε.

Υπό αυτό το πρίσμα, η δέσμευση του πρωθυπουργού, στην πρόσφατη συνέντευξή του στην «Κ», ότι δεν θα επιχειρήσει κάποια έκπληξη με πρόωρη προσφυγή στις κάλπες, και η απόλυτα σωστή επισήμανσή του ότι «δεν είμαστε εδώ για να κάνουμε τακτικισμούς και να κάνουμε εκλογές όποτε μας βολεύει δημοσκοπικά», δεν είναι απλώς ορθή. Εντάσσεται σε μια ευρύτερη τάση σεβασμού των θεσμών που προσδοκάται να αποδειχθεί σταθερό κεκτημένο για τη χώρα, πέρα από πρόσωπα και κόμματα.

Προφανώς, έχει δίκιο ο κ. Μητσοτάκης όταν λέει πως δεν αισθάνεται ότι του λείπει «κάποιο απόθεμα πολιτικής νομιμοποίησης» για να εφαρμόσει την πολιτική του, όταν έχει εκλεγεί μόλις πριν  από 9 μήνες με 8% διαφορά. Με το ίδιο σκεπτικό, βέβαια, ήταν ατυχής η επιλογή του να ζητεί εκλογές από τις αρχές του 2016, μόλις πέντε μήνες μετά τη νίκη του ΣΥΡΙΖΑ με 7% διαφορά.

Οσοι εισηγούνται στον πρωθυπουργό εκλογές την ώρα που η χώρα βιώνει μια πρωτόγνωρη κρίση, η οποία δεν έχει μόνο οικονομική διάσταση αλλά και υγειονομική, είναι οπορτουνιστές που ευτελίζουν τους θεσμούς.

Ο κ. Μητσοτάκης χειρίζεται πολύ αποτελεσματικά μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. Προσπαθεί να πράξει το σωστό και να αξιοποιήσει προς όφελος της χώρας τη στενότερη σχέση που έχει αναπτύξει με τους πολίτες στη διάρκεια της δοκιμασίας των τελευταίων μηνών.

Το σκεπτικό των υποστηρικτών των εκλογών είναι λίγο πολύ γνωστό. Σε κάθε κρίση ο εκάστοτε ηγέτης μονοπωλεί την επικοινωνία με τον λαό, και απολαμβάνει σημαντικά πλεονεκτήματα έναντι των πολιτικών του αντιπάλων.

Είναι φυσικό η κοινωνία να συσπειρώνεται γύρω από τον δημοκρατικά εκλεγμένο ηγέτη της. Πόσο μάλλον όταν –όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Ελλάδας–η διαχείριση χαρακτηρίζεται από κάθε καλόπιστο παρατηρητή ορθή και αποτελεσματική.
Ουδείς μπορεί να πανηγυρίζει όταν χάνονται ανθρώπινες ζωές, ωστόσο είναι σαφές ότι από τις μέχρι τώρα δράσεις έχουν σωθεί και πολλές άλλες.

Η κοινωνία δεν χρειάζεται νέες εκλογές. Αυτό που χρειάζεται είναι ο πρωθυπουργός της να συνεχίσει να εργάζεται σκληρά και να εφαρμόζει μια σωστή προσέγγιση η οποία εδράζεται στον σεβασμό των ειδικών και την αποδοχή των εισηγήσεών τους.

Εκπέμπει σοβαρότητα η οποία θα αναγνωρισθεί στον σωστό χρόνο. Κάτι ανάλογο συνέβη και με την αλλαγή του εκλογικού νόμου. Ακόμη και οι διαφωνούντες και υποστηρικτές της απλής αναλογικής, που προφανώς δεν τον ενέκριναν, δεν μπορούν να αμφισβητήσουν τη θεσμική σοβαρότητα με την οποία προωθήθηκε, συζητήθηκε και ψηφίσθηκε.

Εγινε έγκαιρα, σε ώριμες συνθήκες, και όχι βεβιασμένα και «στο παρά πέντε». Ενας νόμος αναλογικότερος αυτού που ίσχυσε στις τελευταίες εκλογές και ο οποίος, όταν εφαρμοσθεί, θα οδηγήσει σε πιο αντιπροσωπευτική εκπροσώπηση στη Βουλή.

Εάν κλείσει τα αυτιά στις σειρήνες, και συνεχίσει με την ισχυρή πολιτική νομιμοποίηση που διαθέτει, ο κ. Μητσοτάκης θα παραμείνει στον ορθό δρόμο που έχει χαράξει σε πολλά, επιδεικνύοντας ταυτόχρονα σεβασμό σε κανόνες και θεσμούς. Και αυτό θα αποτελέσει σημαντική παρακαταθήκη.