ΑΠΟΨΕΙΣ

H Ελλάδα στον κόσμο μετά την πανδημία

gkka_26_0305_page_1_image_0001

Στον διεθνή Τύπο διεξάγεται ζωηρή συζήτηση για το πώς θα είναι ο κόσμος μετά την κάμψη της πανδημίας. Σε διαφορετικά άρθρα τους οι Γκόρντον Μπράουν και Χένρι Κίσινγκερ επικεντρώθηκαν στο πόσο μεγάλη θα είναι η επερχόμενη οικονομική κρίση και ότι αυτή απαιτεί νέες οικονομικές πολιτικές και εργαλεία, πώς η πανδημία θα επηρεάσει τη λειτουργία της δημοκρατίας και πώς θα ενισχυθεί η πρόληψη απέναντι σε παρόμοιες προκλήσεις στο μέλλον. Η συζήτηση σπάνια ανακαλεί το ότι ο Μπαράκ Ομπάμα ήδη το 2014, μετά την εμπειρία αντιμετώπισης ιών όπως ο Ebola, είχε μιλήσει για το πόσο ανέτοιμες είναι οι παγκοσμιοποιημένες κοινωνίες να αντιμετωπίσουν μια πανδημία σε «5 ή 10 χρόνια», όπως τότε είχε προβλέψει. Με δύο λόγια, οι νέες καταστάσεις απαιτούν την παραγωγή νέων ιδεών, με βάση την εμπειρία.

Στην κατεύθυνση αυτή, σημασία έχουν οι δοκιμές λύσεων και οι ιδέες, ανεξάρτητα από το ειδικό βάρος όποιου τις εκφέρει. Η Ελλάδα δεν έχει τις δυνάμεις να επηρεάσει την παγκόσμια οικονομία ούτε πλέον αποτελεί κίνδυνο για την ευρωπαϊκή. Αποτελεί μικρή ιατρική «δύναμη», παρά την εντυπωσιακή παρουσία Ελλήνων ερευνητών στις επιστήμες υγείας σε όλο τον κόσμο. Και συγκριτικά με άλλες μικρές χώρες (π.χ. το Ισραήλ) δεν έχει ιδιαίτερη παρουσία στη διεθνή έρευνα, παρά την παρουσία λίγων καλών ελληνικών ομάδων σε διεθνείς ερευνητικές κοινοπραξίες, αφού οι δημόσιες δαπάνες για έρευνα παραμένουν πενιχρές και οι ιδιωτικές ακόμα πιο απογοητευτικές.

Ωστόσο, η Ελλάδα έχει ρόλο να παίξει και μάλιστα σε πλαίσιο ευρύτερο από αυτό της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ο ρόλος της μπορεί να είναι πολλαπλός. Κατ’ αρχάς, ας ελπίσουμε ότι οι συγκριτικά καλές επιδόσεις της χώρας στο πρώτο από τα κύματα της πανδημίας δεν θα ανατραπούν, αν και η μαζική «έξοδος» σε δημόσιους χώρους και μέσα μεταφοράς μετά την Κυριακή του Θωμά είναι κακός οιωνός. Ο ρόλος της Ελλάδας (μαζί με λίγες άλλες χώρες) συνίσταται στο ότι προσφέρει ένα παράδειγμα δημοκρατικών θεσμών που δημιουργούν κοινωνική αλληλεγγύη εν μέσω απρόβλεπτων κινδύνων. Η εμπιστοσύνη που δείξαμε οι Ελληνες προς τους επικεφαλής των θεσμών και η ανταπόκριση των θεσμών στις ανάγκες μας δημιούργησαν ένα προστατευτικό τείχος αλληλεγγύης. Αυτό υψώθηκε και με ατομικές συμπεριφορές («μένουμε σπίτι») και με κοινωνική προσφορά (εταιρικές χορηγίες, βοήθεια μεταξύ γειτόνων, προσφορά ειδών πρώτης ανάγκης, αλλά και ψυχικής υποστήριξης, από αγνώστους σε αγνώστους, εθελοντική αιμοδοσία κ.ά.) Υπάρχει η δημοφιλέστατη σε ριζοσπαστικά κινήματα άποψη ότι για να ενισχυθεί η κοινωνική αλληλεγγύη, αυτή πρέπει να οικοδομήσει αναχώματα προς ορισμένους θεσμούς και φορείς της φιλελεύθερης δημοκρατίας (κυβέρνηση, δημόσια διοίκηση, ΜΚΟ, κ.ά.). Στην Ελλάδα, όμως, η αλληλεπίδραση με αυτούς οδήγησε σε έναν ενάρετο κύκλο κρατικής δράσης, θετικής κοινωνικής αντίδρασης, ευαίσθητης προς την κοινωνία θεσμικής ανταπόκρισης.

Δεύτερη δυνητική συμβολή της Ελλάδας στο πώς θα είναι ο κόσμος μετά την κρίση του κορωνοϊού είναι η διεθνοποίηση των εμπειριών της όσον αφορά τη μαζική μετακίνηση πληθυσμών. Οι μεγαλύτερες μετακινήσεις πληθυσμών, βέβαια, γίνονται μεταξύ των αναπτυσσόμενων χωρών. Μικρό μέρος τους φθάνει στη Δύση. Ωστόσο, λόγω της γεωγραφικής της θέσης στις παρυφές της Δύσης, η Ελλάδα είναι καταδικασμένη να αναζητεί διαρκώς, κάποτε εντελώς μόνη, τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα σε δύο μέριμνες, δηλαδή στον ανθρωπισμό προς τους τρίτους και στην ασφάλεια του πληθυσμού της, αλλά και όσων πληθυσμών η ίδια ήδη φιλοξενεί. Η πανδημία έκανε αυτό το πρόβλημα οξύτερο. Η μετακίνηση πληθυσμών δεν θα κοπάσει, ιδίως αν ο κορωνοϊός επεκταθεί ακόμα περισσότερο στο νότιο ημισφαίριο, καθώς εκεί πλησιάζει ο χειμώνας. Η Δύση στο μεταξύ θα έχει – ελπίζουμε– περιορίσει την πανδημία στο έδαφός της, όταν αυτή τυχόν επεκτείνεται εκτός Δύσης. Αλλά και μετά την πανδημία, τα κύματα μετανάστευσης από «έξω» προς τη Δύση θα επανέρχονται περιοδικά, λόγω πολέμων, φτώχειας και σαρωτικής πλέον καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος. Η Ελλάδα θα είναι από τις πρώτες που θα δοκιμάζουν τις συνέπειες τέτοιων φαινομένων. Ενόσω ο υπόλοιπος κόσμος σκέπτεται πώς θα μπορούσε να δράσει σε ανάλογες περιπτώσεις, εμείς θα πρέπει να δρούμε σκεπτόμενοι, μέσα στα περιθώρια των διεθνών συμφωνιών για τη μετανάστευση.

Τρίτη συμβολή της Ελλάδας στον υπό διαμόρφωση κόσμο θα ήταν ο προβληματισμός για το μείγμα ρυθμίσεων ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου. Η ενίσχυση του συστήματος δημόσιας υγείας προς όφελος των οικονομικά ασθενών είναι προφανώς αναγκαία. Ομως ένα συμβόλαιο, όπως το κοινωνικό, περιλαμβάνει πολύ περισσότερες ρυθμίσεις οι οποίες αφορούν την οικονομική ευημερία, τη δημιουργία πλούτου χωρίς δανεικά και τη μείωση της φτώχειας και των ανισοτήτων, την απονομή της Δικαιοσύνης και τη διατήρηση της τάξης χωρίς απεμπόληση των ατομικών και συλλογικών ελευθεριών. Τα προηγούμενα χρόνια σε όλα αυτά έγιναν επικίνδυνες δοκιμές στην Ελλάδα. Μερικοί δρομολόγησαν μια ετεροβαρή οικονομική λιτότητα με εκρηκτικές κοινωνικές συνέπειες, ενώ άλλοι αποπειράθηκαν την εγκατάλειψη της συγκριτικά πιο ευημερούσας οικονομικής ένωσης κρατών του κόσμου. Εχοντας δοκιμάσει, μετά το 2010, οριακές καταστάσεις ουσιαστικά χωρίς κανένα κοινωνικό συμβόλαιο, οι Ελληνες ίσως είμαστε έτοιμοι να συζητήσουμε ένα καινούργιο, πιο ώριμο, με βάση τις πρόσφατες εμπειρίες μας.

Ολα τα παραπάνω είναι ακραίες προκλήσεις για μια χώρα με μικρές δυνάμεις. Ωστόσο, έχουν καταστεί αναπόφευκτες, αφού σε μας, ειδικά, τη βαθύτατη οικονομική κρίση ακολούθησε, τη στιγμή της πιθανολογούμενης οικονομικής ανάκαμψης, μια εκτεταμένη κρίση πανδημίας. Και αυτήν θα διαδεχθεί μια άλλη οικονομική κρίση, συνέπεια της παγκόσμιας ύφεσης του 2020. Οπότε έχουμε πολλά να μάθουμε, αλλά μάλλον ήδη το 2010-2020 έχουμε διδαχθεί περισσότερα.

* Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και κύριος ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ.