ΑΠΟΨΕΙΣ

Μεταξύ πόνου και πένθους

gkka_27_0305_page_1_image_0002

Η ανθρωπότητα σήμερα βιώνει ένα κοσμοϊστορικό γεγονός. Οχι, δεν εννοώ τον κορωνοϊό. Εννοώ ότι για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία σχεδόν όλοι οι πολίτες της υφηλίου συναίνεσαν στην άμεση αναστολή σχεδόν κάθε δραστηριότητάς τους και, κάποιοι, στην κατ’ οίκον απομόνωσή τους, για την αποτροπή επισώρευσης θανάτων από τον εν λόγω ιό. Πόσων θανάτων; Ιδέα δεν έχουμε. Εικάζουμε, πολλών. Σαφώς περισσότερων απ’ όσους είμαστε έτοιμοι να αποδεχθούμε.

Εμπρός σε ένα τέτοιο κοσμοϊστορικό γεγονός είναι αδύνατον να μην αναρωτηθεί κανείς: Σε τι άραγε οφείλεται αυτή η άνευ προηγουμένου ομοφωνία; Σε φόβο ζωής; Σε έξαρση αλτρουισμού; Σε υπερτίμηση της μακροζωίας σε σχέση με άλλα αγαθά, με άλλες αξίες; Αλλά, και εδώ, πέρα από εικασίες, εμπεριστατωμένη απάντηση, προς το παρόν, δεν υπάρχει.

Ξέρουμε ωστόσο ότι το δεύτερο έτος του Πελοποννησιακού Πολέμου ένας φοβερός λοιμός, ασυγκρίτως φονικότερος του κορωνοϊού, θανάτωσε έναν στους τρεις Αθηναίους. Ξέρουμε επίσης ότι η ίδια, ξεκληρισμένη γενιά, πριν περάσουν 14 χρόνια, όχι μόνον ανέκαμψε ηθικά, πολιτικά και οικονομικά, αλλά ανέλαβε τη μεγαλύτερη επεκτατική εκστρατεία του πολέμου.

Αυτό το αναφέρω για δύο λόγους: πρώτον για να αναλογιστούμε την ανθεκτικότητα του ανθρώπου και τη δυνατότητα ανάκαμψης που τον χαρακτηρίζει, ακόμη και όταν αντιμετωπίζει ασυγκρίτως πιο επικίνδυνο εχθρό από τον κορωνοϊό και μάλιστα χωρίς τη βάσιμη ελπίδα φαρμάκων και εμβολίων για την αντιμετώπισή του.

Δεύτερον, το αναφέρω για να αναρωτηθούμε με πόσο δραστικότερα μέτρα θα μπορούσαν ποτέ να αντιδράσουν οι σημερινές κοινωνίες σε μια νόσο με θνησιμότητα της τάξεως του λοιμού της Αθήνας από αυτά με τα οποία αντιμετωπίζουν τώρα έναν ιό με σαφώς πολύ μικρότερη θνησιμότητα.

Και αυτό πρέπει να το αναλογιστούμε διότι τα μέτρα, όπως και τα φάρμακα, έχουν παρενέργειες, παρότι, προς το παρόν, το μέγεθός τους παραμένει επίσης άγνωστο. Πρέπει όμως να το μάθουμε εάν πρόκειται να αντιμετωπίσουμε επαρκέστερα την επόμενη πανδημία, που αργά ή γρήγορα θα μας επισκεφθεί.

Αλλά η αποφυγή τέτοιων αναζητήσεων είναι διάχυτη στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Πολλοί αρνούνται να συζητήσουν το θέμα φοβούμενοι μήπως με αυτόν τον τρόπο χαλαρώσει η συμμόρφωση του κόσμου με τα μέτρα. Αλλοι αποτρέπουν τη συζήτηση με την υπόρρητη αλλά άτοπη κατηγορία: «Μα θα κοιτάξουμε τώρα την οικονομία και τα ανθρώπινα δικαιώματα ενώ κινδυνεύουν ανθρώπινες ζωές;».

Ωστόσο, το καίριο ζητούμενο δεν είναι η επιλογή μεταξύ ζωής και οικονομίας ή μεταξύ ζωής και δικαιωμάτων, παρά μεταξύ του πόνου και του πένθους τώρα και αύριο, που η χρήση των συγκεκριμένων μέτρων συνεπάγεται.

Η σύγκριση είναι αναγκαία όχι για να δικαιωθούν οι εικασίες αυτών που ετάχθησαν είτε υπέρ είτε κατά των μέτρων, αλλά για μια αντικειμενικότερη, επομένως επαρκέστερη, μελλοντική ρύθμισή τους αλλά και για να κατανοήσουμε τη θυμική μας απόκριση στο εν λόγω κοσμοϊστορικό γεγονός και να αποφασίσουμε ενσυνειδήτως και ελλόγως έναντι τίνος αντιτίμου είμαστε διατεθειμένοι να εξαγοράσουμε τη μακροζωία μας στο μέλλον.

* Ο κ. Ανδρέας Κ. Παπανικολάου είναι ομότιμος καθηγητής Κλινικών Νευροεπιστημών της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Tennessee, όπου διηύθυνε τον τομέα Κλινικών Νευροεπιστημών, επισκέπτης καθηγητής Νευρολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.