ΑΠΟΨΕΙΣ

Η απειλή της απελπισίας

Η πανδημία μας διδάσκει ότι εάν δεν είμαστε όλοι ασφαλείς, ουδείς είναι ασφαλής. Καθώς μπαίνουμε στη δεύτερη φάση συνύπαρξης με τον ακόμη αδάμαστο κορωνοϊό, η οικουμενική πρόκληση είναι να διαχειριστούμε την κατάσταση ώστε να πετύχουμε τη μεγαλύτερη δυνατή ατομική και συλλογική ασφάλεια. Η κρίση είναι υγειονομική, οικονομική και κοινωνική· η λύση θα εξαρτάται από την πολιτική, από τις διαδικασίες και τους μηχανισμούς που θα θεσπιστούν για την εξάλειψη της απειλής, την αντιμετώπιση της μεγαλύτερης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και από την αποτροπή των κοινωνικών προβλημάτων που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε εφιαλτική αστάθεια σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

Σε κάθε χώρα βλέπουμε τις συνέπειες του κορωνοϊού: από τη δική μας, όπου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει το ΑΕΠ να μειώνεται κατά 9,7% το 2020, έως τις ΗΠΑ, όπου η ανεργία αυξήθηκε κατά 10,3% τον Απρίλιο, φτάνοντας στο 14,7%, το χειρότερο σημείο από τη Μεγάλη Υφεση του 1929. Σε παγκόσμιο επίπεδο, η κατάσταση είναι ακόμη χειρότερη, αφού το 40% του πληθυσμού στερείται ιατροφαρμακευτικής κάλυψης, ενώ μόνο ένας στους πέντε έχει πρόσβαση σε επιδόματα ανεργίας. Η σοβαρότητα των επιπτώσεων στην ανθρωπότητα εξαρτάται από τη διάρκεια της πανδημίας και το άμεσο κόστος των συνεπειών της. Ηδη, όμως, διαφαίνεται, μέσα σε μια καθηλωμένη παγκόσμια οικονομία, ο κίνδυνος μάζες ανθρώπων σε πολλές περιοχές της Γης να βρεθούν χωρίς εισοδήματα, χωρίς ιατροφαρμακευτική κάλυψη και χωρίς προοπτικές. Το ζοφερό μέλλον που φοβόμασταν ως συνέπεια της κλιματικής κρίσης, με τη μετακίνηση εκατοντάδων εκατομμυρίων, μπορεί να προκύψει λόγω κορωνοϊού: το ενδεχόμενο μαζικής μετακίνησης σε αναζήτηση καλύτερης τύχης σε χώρες και κοινωνίες που θα βρίσκονται ήδη στα όριά τους λόγω της πανδημίας.

Εάν το σενάριο μοιάζει ακραίο, αρκεί να ανατρέξει κανείς στην ιστορία της Ευρώπης του Μεσαίωνα για να διαπιστώσει ότι όποτε υπήρχε μεγάλη ανασφάλεια και δυστυχία (λόγω ανεργίας του «πλεονάζοντος πληθυσμού», λόγω λιμού – ή και των δύο), αρκούσε να εμφανιστεί ένας «προφήτης» για να ξεκινήσει μια «σταυροφορία των φτωχών». Στόχος ήταν είτε να «απελευθερώσουν» τους Αγίους Τόπους είτε να απαλλάξουν τους πλούσιους, τον κλήρο και τους Εβραίους από τις ζωές και τα πλούτη τους. Το ότι κάθε μαζική αυταπάτη αποδεικνυόταν αυτοκαταστροφική δεν εμπόδιζε το επόμενο κύμα απελπισίας και πείνας να οδηγήσει σε νέα «σταυροφορία». Οταν οι περιοχές της δυτικής και κεντρικής Ευρώπης ανέπτυξαν ισχυρή κεντρική διοίκηση, αυτά τα φαινόμενα κόπασαν. Ομως, τον περασμένο αιώνα είδαμε πάλι πόσο εύκολα χειραγωγούνται τα πλήθη όταν οι συνθήκες είναι κατάλληλες. Σήμερα, τα τεχνολογικά μέσα παρακολούθησης που θα κατέστελλαν την ανάπτυξη «αδέσποτων» μαζικών κινημάτων παραχωρούν αυτή την ισχύ σε μικρές ομάδες που μπορούν να χειραγωγήσουν τα πλήθη. Ο κίνδυνος του απελπισμένου πλήθους παραμένει υπαρκτός και απρόβλεπτος.

Ας μην ξεχνάμε ότι εμείς στην Ευρώπη της ειρήνης, της ευημερίας και της φιλελεύθερης δημοκρατίας απέχουμε μόλις 75 χρόνια από το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, το μεγαλύτερο αιματοκύλισμα της Ιστορίας. (Την Παρασκευή ήταν η επέτειος). Και πριν από την επέλαση της ασθένειας COVID-19 είδαμε να αποσυντονίζεται το διεθνές σύστημα διακυβέρνησης, να αυξάνεται η ανισότητα μεταξύ πολιτών και χωρών, να αποδυναμώνεται η Ευρωπαϊκή Ενωση, καθώς αναπτύσσονταν τάσεις εθνικισμού και αυθαιρεσίας σε όλο τον κόσμο. Η μόνη διέξοδος, που δεν θα οδηγούσε σε βία και καταστολή, είναι οι χώρες και οι διακρατικοί οργανισμοί να αναγνωρίσουν το μέγεθος της σημερινής απειλής, να καταγράψουν τους κινδύνους και να επιδιώξουν λύσεις. Ενώ κάθε χώρα χρειάζεται γιγαντιαία προσπάθεια για να κρατηθεί όρθια, ουδεμία θα τα καταφέρει χωρίς διεθνή σταθερότητα. Οπως στην Ε.Ε. λαμβάνονται έκτακτα μέτρα και συζητείται «Διάσκεψη για το Μέλλον της Ευρώπης», έτσι χρειάζεται διεθνής διάσκεψη για τη διαχείριση της κρίσης. Εάν οι εθνικοί ηγέτες ακόμη δεν βλέπουν το συλλογικό συμφέρον, αλλά μόνο το δικό τους, η ανάγκη θα τους αφυπνίσει.