ΑΠΟΨΕΙΣ

Για να μην πει κανείς ότι «αυτό δεν συνέβη»

Διασταυρώθηκαν ερήμην τους, με τον τρόπο που η κινηματογραφική εικόνα μπορεί να ενώσει, προσφέροντας στον θεατή όλες τις όψεις ενός πολέμου. Ο βετεράνος ξένος ανταποκριτής στη Μέση Ανατολή, εδώ και δεκαετίες, 73χρονος Ρόμπερτ Φισκ (ελάχιστοι γνωρίζουν το τοπίο και τους συσχετισμούς δυνάμεων όσο αυτός), και μια νεαρή γυναίκα από το πολιορκημένο Χαλέπι της Συρίας, που κινείται επί πέντε χρόνια με μια κάμερα στο χέρι, καταγράφοντας την αδιανόητη φρίκη μιας αιματοχυσίας, ως γράμμα στη νεογέννητη κόρη της. «Αυτό δεν είναι ταινία» του Γιουνγκ Τσανγκ και «Για τη μικρή Σάμα» των Ουάντ-αλ-Καντέμπ και Eντουαρντ Γουάτς, δύο ντοκιμαντέρ που αξίζει να επιλέξετε να δείτε στο φετινό online 22ο Διεθνές Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης (έως τις 28 Μαΐου).

Eνας ατρόμητος δημοσιογράφος, που έχει περάσει όλη τη ζωή του στην πρώτη γραμμή του πυρός, υπερασπίζεται το βίωμα και την αναζήτηση της αλήθειας στην εποχή των fake news με έναν τρόπο συντριπτικό όχι μόνο για τους επαγγελματίες ρεπόρτερ/αναλυτές/σχολιαστές, αλλά και για μια ολόκληρη εποχή του Τύπου που αλλάζει, ακολουθώντας και συχνά προκαλώντας τη βοή των γεγονότων. Μια 26χρονη κοπέλα, πολύ όμορφη και, επίσης, ατρόμητη. Ζει στο Χαλέπι, στο πλευρό του γιατρού (έχει στήσει το μοναδικό νοσοκομείο που επιβιώνει ώς το τέλος στην πόλη) συζύγου της, κυκλοφορώντας ανάμεσα σε βόμβες και οβίδες, κουβαλώντας μια ζωή πρώτα μέσα της και στη συνέχεια στην αγκαλιά της. Σάμα, σημαίνει ουρανός. Οι εικόνες της μητέρας της, σκηνοθέτιδος και, εκ των πραγμάτων, δημοσιογράφου, Ουάντ-αλ-Καντέμπ, δεν είναι μόνο μια διαδρομή ανάμεσα στον τρόμο και στα ερείπια αλλά και ένα ξέφωτο που ανοίγει η δέσμευση στην αλήθεια, σε έναν σκοπό: να μην εγκαταλειφθεί ο τόπος της αλλά ούτε και η ελπίδα για ζωή. Για τη Σάμα αλλά και τη δεύτερη κόρη της που θα γεννηθεί μέσα σε μια πόλη πολιορκημένη επί μήνες, με ελάχιστα είδη πρώτης ανάγκης. Eνα περίεργο κράμα πείσματος, ρομαντισμού, γενναιότητας και παραμερισμού του κινδύνου.

Eνας 73χρονος Βρετανός και μια 26χρονη κοπέλα από το Χαλέπι που δεν έχουν, ενδεχομένως, συναντηθεί, εκτίθενται στον κίνδυνο. Ο πρώτος, εξ επαγγέλματος, η δεύτερη με απορία: «Δεν πιστεύαμε ποτέ ότι η διεθνής κοινότητα θα επέτρεπε να συμβεί αυτό που συνέβη στη Συρία». Σπούδαζε οικονομικά όταν ξεκίνησε η επανάσταση, «δεν είχαμε ιδέα τότε, το 2012, πως η παλιά ζωή μας σύντομα θα σαρωνόταν», λέει.

«Νιώθω πιο οργισμένος τώρα απ’ ό,τι παλιά και ο λόγος δεν νομίζω ότι είναι πως μεγάλωσα», συνοψίζει σε έναν εξομολογητικό, ειλικρινή, απολογισμό, στο τέλος του ντοκιμαντέρ, ο Ρόμπερτ Φισκ, πότε γράφοντας με ταχύτητα τα ρεπορτάζ του από κάποιο μπαλκόνι στη Βηρυτό, πότε περπατώντας μέσα στα ερείπια της Χομς. «Ο λόγος είναι, νομίζω, ότι βρήκα πως δεν αλλάξαμε τίποτα. Oσο και να κατηγορούμε τους κακούς. Δεν νομίζω ότι έχει μεγάλο αποτέλεσμα. Είναι υπεροπτικό για κάθε δημοσιογράφο να νομίζει ότι θα αλλάξει τον κόσμο ή την πορεία ενός πολέμου. Σου αρέσει να πιστεύεις ότι κάποιες φορές θα ανάψεις τον φάρο και η ακτίνα αγγίζει κάτι, κάτι που αλλιώς θα συνέβαινε, δεν συμβαίνει. Oταν προσπαθείς να πεις την αλήθεια, μερικές φορές τα βασανιστήρια σταματούν ή το κελί των καταδικασμένων ανοίγει. Μπορεί να βοηθήσαμε κάποιες φορές, όμως αυτά που γράφουμε δεν κάνουν καμία απολύτως διαφορά. Oσο και να επαναλαμβάνεις την ιστορία των Παλαιστινίων δεν θα πείσεις ποτέ τον κόσμο για τη δική σου εκδοχή των γεγονότων».

Ταλαντεύεται ο Φισκ ανάμεσα στην επανάληψη της ίδιας θέσης και στην αποτελεσματικότητα της αλήθειας. Oμως αναστρέφει την απογοήτευση χωρίς να εξωραΐζει: «Οσο σωστά, όσο ειλικρινά κι αν τα λες όσο οργισμένα κι αν γράφεις, δεν θα κερδίσεις ποτέ. Αλλά θα χάσεις αν δεν συνεχίσεις να αγωνίζεσαι».

Η τελευταία φράση του Βρετανού ανταποκριτή είναι, ίσως, και ο λόγος που η Ουάντ-αλ-Καντέμπ έκανε την κάμερα φυσικό εξάρτημα του σώματός της: «Αυτό που μπορούμε να κάνουμε εμείς οι δημοσιογράφοι είναι να γράφουμε για όσα βλέπουμε με τα ίδια μας τα μάτια, να αφήσουμε μια άμεση και συναισθηματική καταγραφή για όσους δεν έχουν γεννηθεί ώστε να μην πει κανείς ότι “αυτό δεν συνέβη”, να μην πει κανείς “δεν το ξέραμε γιατί κανείς δεν μας το είπε”».