ΑΠΟΨΕΙΣ

Η πανδημία και η αντοχή των «ενάρετων» εταιρειών

Σε έναν απλοϊκό κόσμο, όλα φαίνονται απλά. Το πρόβλημα είναι ότι ο κόσμος αυτός δεν υπάρχει. Η πραγματικότητα είναι πολύπλοκη.

Οι επενδύσεις ESG, δηλαδή οι επενδύσεις σε εταιρείες που σέβονται το περιβάλλον (Environment) την κοινωνία (Society) και την εταιρική διακυβέρνηση (Governance), είχαν καλύτερη απόδοση από τις άλλες που δεν ανταποκρίνονται στις προτεραιότητες που υπηρετούν οι εταιρείες αυτής της κατηγορίας. Και οι δικές τους μετοχές με «κοινωνική ευαισθησία» έπεσαν τις προηγούμενες εβδομάδες, αλλά λιγότερο. Οι «ενάρετες» εταιρείες είναι περισσότερο ανθεκτικές στην κρίση; Επειδή ενδιαφέρονται όχι μόνον για τα συμφέροντα μετόχων αλλά όλων των ενδιαφερόμενων μερών (stakeholders), των εργαζομένων, της κοινωνίας, του περιβάλλοντος; Ακούγεται πολύ ρομαντικό για να ισχύει.

Ωστόσο οι επενδύσεις σε «εταιρείες ESG» είναι ανερχόμενη τάση. Μελέτη της Credit Suisse υπολογίζει ότι στις «ενάρετες» εταιρείες τοποθετήθηκαν κεφάλαια ύψους άνω των 31 τρισ. δολ. Ειδικά στην Ευρώπη, οι επενδύσεις αυτής της κατηγορίας αποτελούν το 46% του συνόλου, αλλά τα τελευταία χρόνια αυξάνονται και στις ΗΠΑ.

Οι επενδυτές εμφανίζουν όλο και περισσότερο τη διάθεση να απομακρύνονται από εταιρείες που εξυπηρετούν «αμαρτωλούς» όπως η καπνοβιομηχανία, η παραγωγή αλκοολούχων ποτών και ο τζόγος, ενώ ενθαρρύνεται η απομάκρυνση ακόμα και από επενδύσεις σε εταιρείες ορυκτών καυσίμων ή άλλες που επιβαρύνουν το περιβάλλον.

Και στο Χρηματιστήριο Αθηνών επιβάλλεται η ενημέρωση των επενδυτών, πέρα από τα λογιστικά στοιχεία και για μη οικονομική πληροφόρηση, ενώ γίνονται συστάσεις για την παρουσίαση δεικτών σχετικά με την εκπομπή καυσαερίων, την κατανάλωση ενέργειας, την κατάρτιση εργαζομένων, την ύπαρξη πολιτικής για τη δεοντολογία ή την προώθηση της βιώσιμης ανάπτυξης.

Συχνά βέβαια, η αξιολόγηση των «μη οικονομικών» στοιχείων των εταιρειών είναι ασαφής, ίσως και αυθαίρετη. Πέραν από την ασάφεια, κατά πόσον μια εταιρεία προωθεί κοινωνικούς ή περιβαλλοντολογικούς σκοπούς, υπάρχει και η σκόπιμη υπερβολή, καθώς εταιρείες π.χ. καυσίμων ή πετρελαίου προβάλλονται ως φιλικές προς το περιβάλλον. Είναι δυνατόν να θεωρηθούν «επενδύσεις ESG» επιχειρήσεις όπως διυλιστήριο, τσιμεντοβιομηχανία, μια βιομηχανία ζαχαρούχων αναψυκτικών; Δεν μπορούν να είναι.

Ο λόγος όμως που οι εταιρείες με κοινωνικά χαρακτηριστικά εμφανίζονται περισσότερο ανθεκτικές στην κρίση, δεν στηρίζεται σε ηθική αιτιολογία. Στα σχετικά κριτήρια που αφορούν ελάχιστη επιβάρυνση του περιβάλλοντος κ.λπ. εμπίπτουν πολλές εταιρείες πληροφορικής αλλά και εταιρείες του τομέα των φαρμάκων και της υγείας γενικότερα. Οι εταιρείες αυτών των κλάδων είτε ευνοήθηκαν από την έξαρση της επιδημίας είτε επλήγησαν λιγότερο από άλλες που παράγουν προϊόντα όπως καύσιμα ή οικοδομικά υλικά. Οι δείκτες που παρακολουθούν την πορεία των «επενδύσεων ESG» περιλαμβάνουν κυρίως εταιρείες που ευνοήθηκαν από την επιδημία, εταιρείες που αύξησαν τις πωλήσεις τους.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτές δεν δημιουργούν απασχόληση. Η υψηλή κερδοφορία τους προκύπτει και επειδή απασχολούν λιγότερους, παρότι προσφέρουν καλύτερες αποδοχές.

Η ανεργία αυξάνεται επειδή έχουν πληγεί εταιρείες με μικρότερο «κοινωνικό» αποτύπωμα. Αυτές είναι εργοδότες για μεγάλο μέρος της απασχόλησης, διεθνώς. Και στην Ελλάδα, οι απασχολούμενοι συγκεντρώνονται σε κλάδους έντασης εργασίας λιγότερο «οικολογικούς» από startup εταιρείες πληροφορικής. Ολόκληρη η δυναμική και αξιόλογη ελληνική φαρμακοβιομηχανία, που θεωρείται «κοινωνική», απασχολεί περίπου 10.000 άτομα, όσα οι τρεις εταιρείες που μας έπεισαν ότι είναι ευαίσθητες παρότι παράγουν καύσιμα, ανθυγιεινά προϊόντα και επιβαρύνουν το περιβάλλον.