ΑΠΟΨΕΙΣ

Το πρωτοσέλιδο, η νεκρολογία, ο Τραμπ

Το πρωτοσέλιδο των New York Times με τα ονόματα χιλίων θυμάτων την περασμένη Κυριακή ήταν ένα είδος μαζικής νεκρολογίας, και ως τέτοιο έδωσε δημόσιο βήμα στην έκφραση ενός συλλογικού πένθους. Μία ημέρα πριν από το Memorial Day, την ημέρα μνήμης για τους πεσόντες Αμερικανούς στρατιώτες, η εφημερίδα μνημόνευσε τα θύματα της πανδημίας με έναν τρόπο που τόνιζε το μέγεθος της απώλειας.

Ηταν μία προσπάθεια να αναδείξει τους ανθρώπους πίσω από τους αριθμούς των θυμάτων, και για τον σκοπό αυτό κατέγραψε εκτός από την ηλικία και την κατοικία, λεπτομέρειες από τις νεκρολογίες τους, τα ενδιαφέροντα, τις αγαπημένες τους συνήθειες, τη συνεισφορά τους στην κοινότητα. Ο τίτλος δεν είχε πολιτική χροιά: Εγραφε ότι οι νεκροί από τον κορωνοϊό πλησιάζουν τις 100.000 κι ότι αυτό είναι μία ανυπολόγιστη απώλεια. Είναι όμως σαφής η άποψη της εφημερίδας. Σε ένα άρθρο του την επόμενη ημέρα, ο δημοσιογράφος Πίτερ Μπέικερ σχολίαζε ότι ο πρόεδρος Τραμπ δεν έδωσε σημάδια πως νοιάζεται για το θέμα: έπαιζε γκολφ, επιτίθετο στους πολιτικούς του αντιπάλους στο τουίτερ, και αρνούνταν μέχρι την τελευταία στιγμή τις εισηγήσεις να κυματίζουν οι σημαίες μεσίστιες το τριήμερο, σε ένδειξη πένθους για τα θύματα του κορωνοϊού.

Ο Αμερικανός πρόεδρος προτιμά να παρουσιάζει αισιόδοξες προβλέψεις για την εξέλιξη της πανδημίας, εστιάζει στο άνοιγμα της οικονομίας αλλά και των εκκλησιών, και τονίζει ότι οι 100.000 θάνατοι είναι πολύ λίγοι σε σχέση με τα εκατομμύρια που θα είχαν χαθεί αν δεν είχε λάβει μέτρα. Ωστόσο, ο αριθμός είναι υψηλός ακόμη και σε σχέση με το  1,1 εκατομμύριο πεσόντες σε όλους τους πολέμους της αμερικανικής ιστορίας – και ήδη υψηλότερος από όσους Αμερικανούς έχασαν τη ζωή τους στον πόλεμο του Βιετνάμ και της Κορέας μαζί. Η διαφορά με τον πόλεμο του Βιετνάμ, όμως, έγκειται στο ότι αυτός κράτησε πάνω από δέκα χρόνια, ενώ αυτή τη φορά οι απώλειες σημειώθηκαν μέσα σε τρεις μήνες. 

Το πρωτοσέλιδο των New York Times δεν ήταν παρά μία καταγραφή του ανθρώπινου κόστους του κορωνοϊού στις ΗΠΑ. Αλλά ακόμη κι έτσι, έχει μία ιστορική διάσταση, αντίστοιχη με εκείνη του πρωτοσέλιδου της 13ης Ιουνίου 1971, όταν οι New York Times ξεκίνησαν τη δημοσίευση των Pentagon Papers, που αποκάλυπταν ότι το Πεντάγωνο θεωρούσε τον πόλεμο του Βιετνάμ χαμένη υπόθεση, ή το πρωτοσέλιδο της Washington Post της 9ης Αυγούστου 1974, που ανακοίνωσε την παραίτηση του Νίξον μετά το σκάνδαλο του Watergate.

Και οι δύο εφημερίδες έχουν συνεισφέρει με τις έρευνές τους στις αποκαλύψεις που οδήγησαν στην παραπομπή του προέδρου Τραμπ, αλλά αυτές δεν ήταν αρκετές για να προκαλέσουν μία αντίστοιχη ανατροπή. Ισως όμως οι εκλογές να κριθούν από την εξέλιξη της πανδημίας στις ΗΠΑ, καθώς σε αντίθεση με τις απώλειες σε καιρό πολέμου, οι θάνατοι εν καιρώ ειρήνης, και μάλιστα εν μέσω προεκλογικής εκστρατείας, αποτελούν αντικείμενο σκληρής πολιτικής αντιπαράθεσης. Η εύκολη μεταδοτικότητα της ασθένειας, και οι απάνθρωπες συνθήκες περιορισμού που τίθενται στους ετοιμοθάνατους ασθενείς, χωρίς την παρουσία των αγαπημένων τους, οξύνουν περισσότερο τις αντιδράσεις.

Αυτό εξηγεί ίσως τη δημόσια κατακραυγή που έχει προκαλέσει στο Ηνωμένο Βασίλειο η απόφαση του συμβούλου του πρωθυπουργού Ντόμινικ Κάμινγκς να επισκεφθεί τους γονείς του παραβιάζοντας την καραντίνα. Κι αυτό διότι δεν θεωρείται μόνο μία επικίνδυνη προσωπική επιλογή, αλλά μείζον δημόσιο ατόπημα που απαιτεί παραίτηση. Οι Βρετανοί αντιδρούν έντονα στις εξαιρέσεις σε έναν κανόνα που έχει επιβάλει επώδυνους περιορισμούς στους ίδιους και τα κοινωνικά δίκτυα είναι γεμάτα από επικριτικά σχόλια για τη στήριξη που του παρέχει ο Μπόρις Τζόνσον.

Αντίστοιχα, στις ΗΠΑ οι επιθέσεις του προέδρου στους επικριτές του επίσης μπορεί να γυρίσουν μπούμερανγκ, τουλάχιστον μεταξύ των ανθρώπων που έχουν χάσει κάποιον δικό τους. Οπως έγραφε την Κυριακή ένας άλλος δημοσιογράφος της εφημερίδας, ο Ρόμπερτ Ντρέιπερ: «Η μητέρα μου πέθανε σήμερα το πρωί. Δεν μπορούσα να είμαι στο πλευρό της στο γηροκομείο στο Χιούστον για να την αποχαιρετίσω, λόγω του κορωνοϊού. Οσοι πιστεύετε ότι τα μίντια χαίρονται για την κατάσταση που βρισκόμαστε, σας ζητώ να αναζητήσετε ό,τι έχει απομείνει από την ανθρωπιά σας». Ο πολιτικός κυνισμός δεν είναι νέο φαινόμενο, όμως ενοχλεί περισσότερο την εποχή του κορωνοϊού.