ΑΠΟΨΕΙΣ

Η Ελλάδα μεταξύ Αμερικής και Κίνας

Οι δύο μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου βρίσκονται σε πορεία σύγκρουσης. Ο ανταγωνισμός δεν περιορίζεται στην αναμενόμενη, ενίοτε έντονη, αντιπαράθεση.

Πολλοί προειδοποιούν για έναν επερχόμενο νέο ψυχρό πόλεμο, με πρωταγωνιστές αυτή τη φορά την Αμερική και την Κίνα.

Είναι πλέον σαφές ότι η Κίνα είναι ο κύριος αντίπαλος της Δύσης σε επίπεδο ανταγωνιστικότητας, παραγωγικής υποδομής και, φυσικά, μεγέθους. Και η μεταξύ τους σχέση θα καθορίσει την πορεία του πλανήτη στο εγγύς μέλλον.

Η Αμερική παραμένει ο βασικός οικονομικός και, προφανώς, αμυντικός πυλώνας του δυτικού κόσμου. Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι αναγνωρίζουν ότι χωρίς την ηγετική παρουσία της Ουάσιγκτον δεν είναι σε θέση να αυτοπροστατευθούν έναντι άλλων δυνάμεων, γειτονικών ή γεωγραφικά απομακρυσμένων.

Από την πλευρά της, η Κίνα διεισδύει στην Ευρώπη, όπως και σε πολλά άλλα μέρη του κόσμου, στο πλαίσιο όχι μόνο μιας εξωστρεφούς οικονομικής πολιτικής, αλλά και ενός γεωπολιτικού σχεδίου.

Μια από τις πύλες εισόδου στην Ε.Ε. είναι και η Ελλάδα. Η επένδυση της Cosco στο λιμάνι του Πειραιά αποτελεί μια εξαιρετικά επιτυχή εμπορική διείσδυση με σαφή γεωστρατηγικά χαρακτηριστικά.

Καθώς ο κόσμος διολισθαίνει προς ένα νέο, διαφορετικό, αλλά εξίσου επικίνδυνο, σκηνικό ψυχρού πολέμου, η Ελλάδα, που λόγω γεωγραφίας διαθέτει τη δική της στρατηγική υπεραξία, καλείται να ισορροπήσει σε ένα τεντωμένο σχοινί.

Διατηρεί τον ευρωατλαντικό της προσανατολισμό –κάτι που επιβεβαιώθηκε και κατά τη διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ–, αλλά αξιοποιεί προσεκτικά και σταθερά τη νέα σχέση με το Πεκίνο. Τα εμπορικά οφέλη είναι σημαντικά και καμία δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση δεν μπορεί να τα αγνοήσει.

Διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις, από όλο το ιδεολογικό φάσμα, ακολούθησαν αυτή την πολιτική στη διάρκεια των τελευταίων δεκαπέντε ετών: από την επίσκεψη του Κώστα Καραμανλή στο Πεκίνο, το 2006, όταν η σχέση αναβαθμίσθηκε σε «συνολική στρατηγική εταιρική σχέση», μέχρι αυτή του Κυριάκου Μητσοτάκη στη Σαγκάη τον περασμένο Νοέμβριο (ακολούθησε επίσκεψη του Κινέζου προέδρου Σι Τζινπίνγκ στην Αθήνα, ενώ είχε ανακοινωθεί –πριν από τον κορωνοϊό– και επίσημη επίσκεψη του Ελληνα πρωθυπουργού στο Πεκίνο την άνοιξη).

Οι ΗΠΑ προβάλλουν τα δικά τους, πολλά και ισχυρά, επιχειρήματα. Εμβαθύνουν την αμυντική συνεργασία και διπλωματικά ενθαρρύνουν –δεν μπορούν να εξαναγκάσουν– αμερικανικές εταιρείες να επενδύσουν στην ελληνική αγορά.

Η Ελλάδα δεν θα εμπλακεί στη σύγκρουση  Αμερικής – Κίνας. Η δε συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ενωση τη θωρακίζει από εξαρτήσεις, πιέσεις, ακόμη και απειλές.

Επενδύσεις θα προκρίνονται με βάση τα αντικειμενικά πλεονεκτήματα. Οι ευκαιρίες είναι πολλές. Για παράδειγμα, σε ό,τι αφορά τα λιμάνια, δεν είναι μόνον ο Πειραιάς. Υπάρχουν και άλλα για τα οποία ενδιαφέρονται δυτικές εταιρείες. Οπως και τα αεροδρόμια.

Υπάρχουν, φυσικά, και πολλοί άλλοι τομείς της οικονομικής δραστηριότητας, όπως η μεταπήδηση στο 5G, που βρίσκεται έντονα στο προσκήνιο το τελευταίο διάστημα.

Τώρα πλέον, στην ψηφιακή εποχή, το πεπρωμένο του κόσμου επιβλέπει όχι αυτός που ελέγχει το κρηπίδωμα (Rimland) και την Ευρασία, αλλά το 5G, αφού μέσω αυτού θα εξελίσσεται η λειτουργία του σύγχρονου κόσμου.

Και εδώ υπάρχουν δεδομένα –δεν υπήρξε κινεζική συμμετοχή στη δημιουργία του βασικού πυρήνα του 4G στην Ελλάδα, ενώ οι συμπληρωματικές τηλεπικοινωνιακές υποδομές είναι κατασκευασμένες από τη σουηδική Ericsson και από την κινεζική Huawei– τα οποία η Ελλάδα θα αξιολογήσει προσεκτικά και θα κινηθεί υπεύθυνα, όπως το έχει πράξει μέχρι τώρα.

Πού θα εμπλακούν, ποιες εταιρείες και ποια κράτη, το αν θα ακολουθήσει και σε ποιο βαθμό τον «ευρωπαϊκό δρόμο», επιτρέποντας τη μερική συμμετοχή της Huawei στο 5G, όλα αυτά θα αποφασισθούν με γνώμονα τη μεγιστοποίηση του εθνικού συμφέροντος.

Η Ελλάδα έχει συμφέροντα, αντιμετωπίζει κινδύνους, συχνά δέχεται και απειλές. Οι στρατηγικού χαρακτήρα αποφάσεις που θα λάβει αναπόφευκτα θα επηρεασθούν και από τη στήριξη ή μη που λαμβάνει από τρίτους στα θέματα που την απασχολούν.