ΑΠΟΨΕΙΣ

Ανδρέας Ξανθός: Χλωμάδα

gkat_20_3005_page_1_image_0001

Η πλειοδοσία είναι αντιπολίτευση ανίκητη. Σε χρόνο εκλογικά ουδέτερο μπορείς να δίνεις πάντα περισσότερα από την κυβέρνηση χωρίς να κινδυνεύεις να διαψευστείς.

Η πλειοδοσία δεν χάνει ποτέ, εκτός από τη σπάνια περίπτωση που θα βρεθεί κάποιος να δώσει περισσότερα. Αυτή η ατυχία έλαχε στον ΣΥΡΙΖΑ. Το κόμμα είχε αναβάλει για μία εβδομάδα την ανακοίνωση της πρότασής του για την αναχαίτιση της ύφεσης. Eπρεπε πρώτα να ακούσει τα μέτρα της κυβέρνησης, για να μπορέσει μετά να υπερθεματίσει.

Τη μία ημέρα ο Τσίπρας υπερθεμάτισε στο Ζάππειο. Και την επομένη ήρθε η Κομισιόν να αλλάξει τελείως τα μεγέθη.

Δεν φταίει, βέβαια, η τύχη. Φταίει ίσως ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί ανέμπνευστα την αντιπολιτευτική του πεπατημένη, προδίδοντας σε κάθε ευκαιρία τη δυσκολία του να διαβάσει τη συγκυρία. Το πιο χαρακτηριστικό σύμπτωμα της αδυναμίας συμφιλίωσης με τη νέα πολιτική πραγματικότητα είναι η ανακύκλωση της επίθεσης στα MME. Φταίει πάλι το κάτοπτρο για τη χλωμάδα του αντικατοπτριζόμενου.

Τι πρέπει να κάνει, δηλαδή, η αντιπολίτευση; Να μπουκωθεί με τις δυσοίωνες για εκείνη δημοσκοπήσεις και να μη μιλάει; Να το παίζει αβρή επειδή η κυβέρνηση περνάει καλό φεγγάρι;

Μια έμμεση απάντηση στο ερώτημα δίνει η στάση του Ανδρέα Ξανθού. Ο τέως υπουργός Υγείας του ΣΥΡΙΖΑ αναγνώρισε κατηγορηματικά την αξία του Σωτήρη Τσιόδρα, αφήνοντας κιόλας αιχμές για τους «δύσπιστους» που δεν την κατάλαβαν.

Το παράδειγμα του Ξανθού ξεχωρίζει όχι για τους καλούς τρόπους – και την υπερκομματική ανωτερότητα. Ξεχωρίζει και ως υπόδειγμα εξυπνότερης αντιπολίτευσης, αφού μπορεί να διακρίνει ότι υπάρχουν πεδία στα οποία ούτε πρέπει ούτε συμφέρει να επεκτείνεται ο κομματικός ανταγωνισμός.

Στον γρίφο αυτής της διάκρισης –πώς και πού χτυπάμε και πού όχι– θα μπορούσε να συνοψιστεί και η εσωκομματική ζάλη που κατέχει εδώ και έναν χρόνο τον ηττημένο ΣΥΡΙΖΑ. Η γλώσσα του κόμματος, αλλά και του ίδιου του προέδρου, παλινδρομεί μεταξύ Πολάκη και Ξανθού. Πότε επικρατεί το μετα-αντιμνημονιακό δόγμα «φωνάζω, άρα υπάρχω»· και πότε επιχειρούνται σκηνοθεσίες θεσμικής ενηλικίωσης, όπως αυτή που στήθηκε στο Ζάππειο.

Σε ποιο άκρο κλίνει ο Τσίπρας; Σε κανένα. Ή μάλλον σε αμφότερα, εναλλάξ. Το τσιπρικό εκκρεμές πλησιάζει μία το παλιό κοίτασμα της αψύτητας· και μία την πόζα του τέως πρωθυπουργού, που φιλοδοξεί να απευθυνθεί στην πλειοψηφία και σε κανονικούς καιρούς.

Ο Ξανθός ξεχωρίζει όχι γιατί είναι μειλίχιος. Αλλά γιατί το ύφος τον καθιστά και relevant – συναφή με τα διακυβεύματα της εποχής. Αυτό είναι το στοίχημα και για τον Τσίπρα: να δείξει αν μπορεί να υπάρξει χωρίς διχασμό. Ή αν έληξε μαζί με τον διχασμό που τον γέννησε.