ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

Η «34χρονη Ιωάννα»: Οθόνες παραμορφώσεως

Αν πιάσει κανείς προς τα πίσω τη μακρά γενεαλογία αυτών των εγκλημάτων, μπορεί να φτάσει μέχρι τη Μήδεια, με τα πύρινα στεφάνια και τα φαρμακωμένα πέπλα της. Τα όργανα της τοξικής μαγείας έκαναν την αντίζηλο της μάγισσας αγνώριστη σε όλους, εκτός από τον πατέρα της. Την έτρωγε, λέει ο Ευριπίδης, το δηλητήριο με τα αόρατα σαγόνια του, και οι σάρκες της έλιωναν από τα οστά σαν το δάκρυ του πεύκου.

Η ίδια φαντασμαγορία της βίας, που απλώνεται σήμερα σε πρωτοσέλιδα και μεσημβρινές εκπομπές, είχε παρασύρει και τον Ευριπίδη.

Πώς να ζητήσουμε μετά από τους ρεπόρτερ να αποφεύγουν τις κανιβαλικές περιγραφές; Πώς να ζητήσουμε από τους τηλεντετέκτιβ, τους τηλεδικηγόρους και τις υπόλοιπες τεφρομαζώχτρες της φτηνούτσικης δημοσιότητας να σιωπήσουν μπροστά στο δράμα του ανώνυμου θύματος;

Εδώ δεν σιώπησε ούτε η ίδια η γιατρός της – η χειρουργός που προεξόφλησε ότι το αποτέλεσμα της εγχείρησης δεν πρόκειται να αρέσει καθόλου στη χειρουργηθείσα. Αλήθεια; Δεν θα της αρέσει που έχει χάσει το πρόσωπό της;

Κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει ένα τέτοιο έγκλημα, ο σαδισμός του οποίου δεν εξηγείται χωρίς πάθος. Δεν εξηγείται εύκολα, αν δεν εκπορεύεται από ακράτητο προσωπικό μίσος που σε κάνει να θέλεις όχι απλώς να σκοτώσεις, αλλά να αφήσεις το αντικείμενο του μίσους σου αξιολύπητο και αποκρουστικό στα βλέμματα των άλλων. Να το αναγκάσεις να επιζήσει σαν τέρας.

Ο γύρος που κάνει το έγκλημα στο ημερήσιο διαιτολόγιο των media δείχνει, πάντως, ότι το να πέσεις θύμα μιας τόσο φρικτής πράξης δεν είναι το πιο φρικτό που μπορεί να σου συμβεί. Μπορεί να πάθεις χειρότερα.

Μπορεί το σώμα σου, ημιακέφαλο, με το παλιό σου πρόσωπο σκεπασμένο ελαφρά από μια στρώση πίξελ, να κυκλοφορεί παντού, ντυμένο ή όχι πολύ ντυμένο. Μπορεί ο μύχιος βίος σου, μυθοποιημένος από τις φαντασιώσεις που πυροδοτούν τα εικονικά σου ίχνη, να προσφέρεται για μαζική πορνογραφική κατανάλωση. Μπορεί έτσι να στερηθείς ακόμη και τον οίκτο.

Εχουν περάσει μόνο λίγες ημέρες από τον θόρυβο για το πώς μεταχειρίστηκαν ορισμένοι παράγοντες της δίκης τη μνήμη της Ελένης Τοπαλούδη. Για το πώς επιχείρησαν να υφάνουν μιαν εκδοχή του θύματος ικανή να σηκώσει μέρος της ενοχής.

Οι συνειδήσεις που διεγέρθηκαν τότε, πώς μένουν σήμερα άλαλες; Πώς μπορούν να μη βλέπουν ότι η ίδια όξινη ηθικολογία ενοχοποίησης της γυναικείας σεξουαλικότητας ποτίζει με υπαινιγμούς ένα υπέδαφος συνενοχής του θύματος; Αρκεί να είναι ο θύτης γυναίκα για να τρελαθεί ο μπούσουλας της ορθότητας;

Την πρώτη παραμόρφωση την προκάλεσε στιγμιαία το οξύ. Η δεύτερη παραμόρφωση διαρκεί.

Λένα Κιτσοπούλου: Το ωμό και το μαγειρεμένο

«Ποιος αντέχει να το δει;» ρωτούσαν για το ταινιάκι «Λάλκα» που η πολυτεχνίτισσα Λένα Κιτσοπούλου ετοίμασε για τη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. Ποιος αντέχει να δει το γδάρσιμο και τον διαμελισμό ενός ελαφιού; Ποιος αντέχει να βλέπει να τρώνε τα απομεινάρια του ζώου κοπρίτες και ψωραλέες κότες;

Το σωστό ερώτημα είναι, βέβαια, ποιος αντέχει να μην το δει. Αν ήταν μια προσωπική ανάρτηση, θα μπορούσε ίσως να αγνοήσει κανείς το αντι-αισθητικό διάβημα. Η θεσμική αιγίδα όμως –η πολιτιστική πιστοποίηση– χορηγεί στο πείραμα την ισχύ του προμελετημένου σκανδάλου.

Παρασυρμένος από τη σαγήνη της αγριότητας, μπορεί κανείς να μπει στον πειρασμό να αναζητήσει στη βιντεογράφηση της κιτσοπούλειας καραντίνας στα βουνά της Ναυπακτίας κάποιο άδηλο νόημα. Η ίδια ευτυχώς απαλλάσσει τον θεατή από τον κόπο, συνοδεύοντας το έργο με ένα υπόμνημα. Εκεί πληροφορεί ότι οι ορεινές διακοπές της, η εξάσκησή της στη σκοποβολή και στον σφαγιαστικό αυτοσχεδιασμό δεν είναι αυτό που βλέπουμε. Είναι απόδραση «από το παγκόσμιο, φασιστικό οικονομικό σύστημα, που ονομάζεται καπιταλισμός, στο οποίο όλοι μας έχουμε υποδουλωθεί». Ολοι μας, εκτός από την ίδια.

Η συνωμοσιολογική προκήρυξη δικαιώνει έτσι την αρχική εντύπωση ότι η ηλιοκαμένη καραμπινοφόρος της «Λάλκα» είναι μια ρουμελιώτικη εκδοχή αγανακτισμένης redneck. Μόνο που τον δικό της σβέρκο δεν τον έχει κάψει η δουλειά (όπως υποτίθεται ότι συμβαίνει με την εργατική τάξη της βαθιάς Αμερικής) αλλά η εκζήτηση.

Η ίδια πιστεύει ότι η μεταμόρφωσή της σε υποπροϊόν του καπιταλισμού συνιστά κάτι σαν επιστροφή στον αυθεντικό, φυσικό βίο. Πέφτει έτσι στη συνηθισμένη παρεξήγηση, που μπερδεύει το αγνό με το ακατέργαστο.

Ο,τι είναι αγνό είναι όντως ακατέργαστο, αλλά όχι αντιστρόφως. Αν προσπαθήσεις να αντιστρέψεις τη διαδικασία της κατεργασίας, δεν φτάνεις στην αγνότητα. Αν ξαναράψεις τη συκωταριά στο ελάφι, δεν παίρνεις ελάφι. Παίρνεις επιτηδευμένη ωμότητα. Συκώτια χωρίς εντοσθιότητα.

«Μην είστε ψαρούκλες που πιαστήκατε στα δίχτυα του κορωνοϊού», λέει η περφόρμερ. Κι επιτέλους βγάζει νόημα, αλλά από σπόντα: Μας δείχνει ότι αν εγκαταλείψεις τα άστεα και τον καπιταλισμό τους –αν εγκαταλείψεις την πολιτισμική τους τάξη και την καλοσύνη των νοσοκομείων τους– η μόνη εναλλακτική είναι το μαχαίρι, η καραμπίνα και η άναρθρη ανία. Αν αφήσεις τον πολιτισμό, η μόνη εναλλακτική είναι η βαρβαρότητα.

Κοινότοπο; Φυσικά. Αλλά συμβαίνει και στα καλύτερα ιδρύματα. Νομίζουν ότι σπονσοράρουν την πρωτοτυπία. Ενώ επιδοτούν τη διαιώνιση της πιο ρηχής κοινοτοπίας.