ΑΠΟΨΕΙΣ

Το έκτο από τα επτά

Εμείς δεν είμαστε Γερμανοί και για κάποιους αυτό είναι ευτυχία, ενώ για άλλους είναι δυστυχία. Ωστόσο, αυτό που είπε ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών στους συμπατριώτες του μας αφορά. Φέτος το καλοκαίρι, η Γερμανία δεν πρόκειται να οργανώσει επιχειρήσεις επαναπατρισμού τουριστών. «Οποιος μολυνθεί κατά τη διάρκεια των διακοπών του», είπε ο Χάικο Μάας, «να μην υπολογίζει ότι θα τον γυρίσουμε πίσω». Θα πρέπει, δηλαδή, να επιβιώσει εκεί όπου θα βρίσκεται, εμπιστευόμενος το σύστημα υγείας του τόπου των διακοπών του.

Παρατηρώ ότι, παρά την προσπάθεια συντονισμού των ευρωπαϊκών χωρών, σχετικά ή παρόμοια ειδησάρια με αυτό δεν έχουν πάψει να εμφανίζονται στην επικαιρότητα, αφότου συνειδητοποιήσαμε ότι θα πρέπει να συνηθίσουμε να ζούμε με τον κορωνοϊό. Αποκαλύπτουν την άρρητη πραγματικότητα πίσω από τον αγώνα για συνεννόηση ενόψει καλοκαιρινής σεζόν και διακοπών, ότι οι χώρες που στέλνουν πλήθη τουριστών ανά την Ευρώπη κάθε καλοκαίρι, όπως η Γερμανία, θα προτιμούσαν, για προφανείς οικονομικούς και υγειονομικούς λόγους, να στρέψουν τους παραθεριστές του καλοκαιριού στον εσωτερικό τουρισμό. Αντιθέτως, χώρες όπως η δική μας, που έχουν τον εισαγόμενο τουρισμό στις κύριες πηγές προσόδων, θα ήθελαν να περισώσουν ό,τι είναι δυνατόν από τη σεζόν, ώστε τουλάχιστον να συγκρατηθεί η προεξοφλούμενη πτώση των εσόδων.

Αυτή είναι η πραγματικότητα πίσω από τα χαμόγελα και, επίσης, ο λόγος για τον οποίο είναι απαραίτητο η χώρα μας να δείξει στον κόσμο ότι εδώ τηρούνται οι κανόνες και τα υγειονομικά πρωτόκολλα. Να δείξει, δηλαδή, ότι η Ελλάδα είναι ασφαλής προορισμός για διακοπές ή, τέλος πάντων, επειδή ο συγκεκριμένος όρος είναι σχετικός, ότι η Ελλάδα είναι ασφαλέστερος προορισμός. Τη σοβαρότητα που έδειξε η χώρα στην αρχή οφείλει και τώρα να την επιδείξει και ας είναι πολύ μεγαλύτερες οι δυσκολίες της παρούσας φάσης εν συγκρίσει με την προηγουμένη.

Αν αυτός ο στόχος δεν ήταν προτεραιότητα για τη χώρα και την οικονομία της, δεν νομίζω ότι ο πρωθυπουργός θα έμπαινε στον κόπο να μεταβεί ο ίδιος στη Σαντορίνη το Σαββατοκύριακο, προκειμένου να διαφημίσει τις τουριστικές υπηρεσίες της χώρας. (Προτού συνεχίσω, να διευκρινίσω ότι, ναι, είναι κόπος να πετάγεσαι μέχρι τη Σαντορίνη ίσα ίσα για να θυμηθείς πώς ζουν οι τυχεροί και μετά να επιστρέφεις πίσω στο Μαξίμου. Καλύτερα να μένεις μέσα, χωρίς να εκτίθεσαι σε περισπασμούς και πειρασμούς…) Το κάνει, όμως, επειδή είναι ανάγκη να δουλέψει η τουριστική βιομηχανία μας, όπως μας αρέσει να την αποκαλούμε. Το κάνει, μάλιστα, αυτοπροσώπως, εκμεταλλευόμενος την εικόνα του επιτυχημένου πρωθυπουργού, που διαμορφώθηκε διεθνώς μετά την επιτυχία του lockdown στην Ελλάδα, ώστε το μήνυμα «ανοίξαμε και σας περιμένουμε» να μεταδοθεί στο κατά το δυνατόν ευρύτερο κοινό.

Υπό το πρίσμα αυτό, πολύ σωστά επιβλήθηκε η ποινή που ορίζει ο νόμος στο μπιτσόμπαρο (beach bar) της Μυκόνου, και μάλιστα ανεξαρτήτως αν οι κανονισμοί που έχουν επιβληθεί είναι ρεαλιστικοί ή όχι. Το μήνυμα που μεταδίδει η επιβολή του νόμου απευθύνεται και μέσα και έξω, διότι αν η ισχύς του νόμου φθάνει και μέχρι τη Μύκονο, τότε μήπως, βρε παιδιά, αποκτήσαμε στ’ αλήθεια κράτος και δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει;

Ισως να μπορούσαμε να το πούμε, ακόμη και να το ελπίσουμε, αν ο ίδιος ο αρμόδιος για το πρόστιμο υπουργός δεν ακύρωνε με τη συμπεριφορά του την αποφασιστικότητα του κράτους. Διότι, πραγματικά, είναι ασύμβατη η υπεράσπιση της δρακόντειας ποινής για την υπέρβαση των κανόνων της συνάθροισης, όταν την ίδια ώρα ο υπουργός παρευρίσκεται σε άλλη συνάθροιση, εξίσου πυκνή, αλλά εθνικοπατριωτικού χαρακτήρα. Κάνει λάθος ο Αδωνις Γεωργιάδης όταν υποστηρίζει ότι ο συσχετισμός των δύο γεγονότων είναι «γελοίος». Κάθε άλλο. Φοβάμαι ότι, για τα μέτρα της δικής του εξυπνάδας, γελοίο είναι μάλλον να μην αναγνωρίζεις την οφθαλμοφανή αντίφαση που υπονομεύει, αν δεν ακυρώνει, την πολιτική της κυβέρνησης.

Ο υπουργός έπεσε θύμα της λαιμαργίας του – το έκτο από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα. Ας του αναγνωριστεί μόνο το ελαφρυντικό της «τεράστιας συγκίνησης», όπως είπε στην ομιλία του στα αποκαλυπτήρια του ανδριάντα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στον Πειραιά. Πώς να μην ήταν; Από τη μία είχε τον μητροπολίτη Πειραιώς με την υπερφυσική γενειάδα του, ο οποίος στη θεόπνευστο ομιλία του ξεκίνησε από τον Παλαιολόγο, για να καταλήξει –και μάλιστα με ιδιαίτερη συγκίνηση, όπως σημειώνουν τα σχετικά ρεπορτάζ– «στην περίπτωση του Αγίου Νεομάρτυρος Κωνσταντίνου του Υδραίου, ο οποίος, παρότι εξισλαμίστηκε, με την καθοριστική συνεισφορά και καταλυτική συμπεριφορά της μητέρας του Μαρίνας, ξέπλυνε την πράξη αυτή  με το μαρτύριό του για την πίστη του Χριστού». Από την άλλη, είχε τον Β. Κορκίδη, τον πρόεδρο των εμπόρων του Πειραιά, δωρεά των οποίων ήταν ο ανδριάντας. Και αυτός ήταν συγκινημένος, σε σημείο που έχασε τα λόγια του, αφού είπε ότι «στο βάθρο βρίσκεται ένα γεγονός ελευθερίας, αξιοπρέπειας και πατριωτισμού».

Το παρήγορο, πάντως, ήταν ότι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος του Πειραιά είναι καλύτερος από τον άλλον, του Φαλήρου, που έχει χέρια μακριά σαν αυτά χιμπατζή και είναι ο καημένος καβάλα σε ένα γαϊδουράκι, που μπορεί να είναι και μουλάρι…