ΑΠΟΨΕΙΣ

Νίκος Αλέφαντος: Καθαρεύουσα

nikos-alefantos-kathareyoysa-2384847

Κάποτε ρώτησε τον Θεό αν έχει άντερα. Η μεταφυσική τόλμη της φράσης προέκυψε, βέβαια, αυτοσχεδιαστικά. Μέσα στο παραλήρημα.

Το είχε αυτό ο Αλέφαντος. Δεν κουραζόταν να κατακρεουργεί τη σιωπή, με μια διαρκή έξαψη που κατέληξε να κληροδοτήσει στην καθομιλουμένη ιδιωματισμούς δικής του παραγωγής. Παραγωγής και όχι επινόησης, αφού «τα πάντα όλα» και το «καλώς τα παιδιά» προέκυψαν όχι από χάρη, αλλά από μανία.

Η μανία που καθιέρωσε τον προπονητή ως λαϊκό σταρ δεν είχε βέβαια αξία νόσου. Είχε, αντιθέτως, γείωση στον βιότοπο του ελληνικού καφενείου.

Είτε μιλούσε για το πάθος του –το ποδόσφαιρο– είτε για την παγκόσμια πολιτική, ο «Αλέφας» είχε τον ρυθμό και τον οργίλο ναρκισσισμό του ταριφοφιλόσοφου. Η λίγη καθαρεύουσα που συστηματικά χρησιμοποιούσε –το «πλασέ μεγάλου παίκτου», οι «χαφ του αιώνος», η «χειροτέρα Εθνική που έχει κατεβάσει η Ελλάδα»– ήταν το ασυνείδητο υποστύλωμα της διδασκαλικής πόζας. Της πόζας που παίρνει όποιος έχει ασκηθεί να ανταγωνίζεται σε ανδρικά «ντιμπέι» πάνω από ξεχειλισμένα τασάκια και μισοπιωμένες μπύρες.

Αν υπήρχε στον Αλέφαντο κάτι αντιπροσωπευτικό –κάτι που τον καθιστούσε οικείο, εξασφαλίζοντάς του ισόβια δημοφιλία– ήταν ο επαγγελματικός ερασιτεχνισμός του. Το παράδοξο περιγράφει τη μεταμοντέρνα –και ιδιαζόντως νεοελληνική– συνθήκη όπου η περσόνα είναι πιο αυθεντική από το ίδιο το πρόσωπο.

Η επίσημη ιδιότητα εμφανίζεται ως μίμηση της πλαστής. Ετσι και ο Αλέφαντος ήταν περισσότερο προπονητής της εξέδρας παρά κανονικός προπονητής. Η σχέση του με το –υποτίθεται– επαγγελματικό του αντικείμενο ήταν περισσότερο φαντασιακή, παρά πραγματική – απόδειξη ότι εξακολουθούσε να τηλεπροπονεί ονειρικά την αγαπημένη του ομάδα χρόνια μετά τη συνταξιοδότησή του. Αλλά και υφολογικά, ο οπαδικός του οίστρος, ο ξερολισμός, η ευκολία με την οποία έκανε τα παλτά γκαζοζέν και τα γκαζοζέν ξανά παλτά, θύμιζαν περισσότερο τον ανήμερο «προπονητή» που κάθεται δίπλα σου στην κερκίδα, παρά τον πραγματικό που κάθεται στον πάγκο κάτω στην αρένα.

Ερασιτέχνης επαγγελματίας της μπάλας, ο Αλέφαντος έκανε και μια δεύτερη καριέρα, ως κατά λάθος σόουμαν. Τα ΜΜΕ του είχαν ετοιμάσει μια θέση στο θηριοτροφείο των ψώνιων και των παρατράγουδων. Προσφέρθηκε να παίξει το νούμερο υποδυόμενος τον εαυτό του. Κατάφερε όμως να μην αφήσει το τσίρκο να παρακεντήσει όλη την πηγαία του κωμικότητα. Κατάφερε να μη γελάει ποτέ ο ίδιος με τα αστεία του.

Ο ξένος –ο στεγνός από το αλκοόλ της μπάλας– μπορεί να έβλεπε σε αυτή τη βλοσυρή παλαβομάρα μόνο το λούμπεν. Ο ποδοσφαιροπαθής όμως έβλεπε στον Αλέφαντο την επιβίωση του γνήσιου –του ερασιτεχνικού– πάθους. Μέσα στην παράγκα και το χουλιγκανιλίκι, έβλεπε κάποιον με τον οποίο θα ήθελε καμιά φορά να βλέπει μαζί το ματσάκι.