ΑΠΟΨΕΙΣ

Μια δύσκολη πτώση

gkat_02_2506_page_1_image_0002

Οταν ο Νίκος Παππάς μιλάει στον Μιωνή για ένα «μαγαζί», το οποίο «βγάζει πολλά λεφτά», δεν εννοεί βεβαίως το κύκλωμα του Παπαγγελόπουλου, όπως εσφαλμένα καταλάβαμε όλοι εμείς οι υπόλοιποι. Οχι! Αναφέρεται στις επιχειρήσεις του ίδιου του Μιωνή, του προσώπου δηλαδή που έχει απέναντί του εκείνη τη στιγμή και στον οποίο απευθύνεται. Αυτή είναι η αξιολύπητη εξήγηση που μας δίνει ο ίδιος ο Παππάς, για ένα από τα επίμαχα σημεία στην ηχογράφηση που έφερε στη δημοσιότητα ο Σ. Μιωνής.

Τόσο αξιολύπητη, ώστε θα της κάνω τη χάρη να την εξετάσω με σοβαρότητα και καλοπιστία, από οίκτο –το ομολογώ– για τον άνθρωπο που μπορεί να τη χρησιμοποιεί. Εστω ότι ο Παππάς ενσυνειδήτως χρησιμοποιεί το τρίτο πρόσωπο για τον συνομιλητή του, αντί για το δεύτερο, όπως είναι και περισσότερο συνηθισμένο, αν δεν κάνω λάθος. Γιατί μπορεί να το κάνει αυτό; Υποθέτω από σεβασμό, ως απόδειξη αναγνώρισης προς τον συνομιλητή του, ότι τον τοποθετεί σε ένα βάθρο ανωτερότητας. Δεν συνομιλείς, λ.χ., ποτέ απευθείας με τη μεγαλειότητα (maiestas). Δεν λες «και τι νομίζεις εσύ, μεγαλειότατε;». Λες, «και τι νομίζει η μεγαλειότητά σας;». 

Τα προηγούμενα που θα δικαιολογούσαν μια παρόμοια χρήση του τρίτου προσώπου είναι πολλά. Φέρ’ ειπείν, ο Ιούλιος Καίσαρ και Φρειδερίκος Β΄ της Πρωσίας, ο καθένας εκ των οποίων έχει συγγράψει την ιστορία των κατορθωμάτων του, αναφέρονται στον εαυτό τους πάντα με το τρίτο πρόσωπο. (Και οι οι δύο αυτοί, ξέρετε, είχαν πολύ υψηλό το αίσθημα του αυτοσεβασμού…) Ομως και στον προφορικό λόγο αφθονούν τα σχετικά παραδείγματα: ο Τζον Ανταμς, δεύτερος πρόεδρος των ΗΠΑ, λαμπρή περίπτωση, αλλά με μια ισχυρή δόση ψώνιου στην προσωπικότητά του, το συνήθιζε, όπως και στρατηγός Ντε Γκωλ.

Αν όμως από σεβασμό ο Παππάς απευθύνεται στον Μιωνή στο τρίτο πρόσωπο, όπως είμαι πρόθυμος να δεχθώ, τότε γιατί ανά δέκα λέξεις διανθίζει τον λόγο του με ένα «ρε μα***κα»; Θα μου πείτε ότι, στον τόπο όπου ζούμε, για πολλούς τριγύρω μας η συγκεκριμένη προσφώνηση είναι τίτλος τιμής, οπότε το επιχείρημά μου ίσως πάσχει.

Εν πάση περιπτώσει, η ανοησία των δικαιολογιών που διατυπώνονται, και μάλιστα με τόση φυσικότητα από πλευράς του πρώην υπουργού του ΣΥΡΙΖΑ, προκαλούν ενδεχομένως ένας ρίγος δέους για το απύθμενο θράσος του ανθρώπου, μας δίνουν όμως και μια ιδέα τού πόσο δύσκολη είναι η πτώση για τον Νίκο Παππά. Ανήκει σε εκείνους που προτιμούν να επιβάλλονται διά του φόβου και όσο είχε αυτή τη δυνατότητα το απολάμβανε εμφανώς. Είναι το είδος, δηλαδή, που όταν πέφτουν, οι άλλοι παραμερίζουν για να μη διακόψουν την ορμή της πτώσης του.

Πέραν αυτού, πάντως, ήταν και η αποτυχημένη προσπάθειά του να δημιουργήσει νέο τοπίο στα ΜΜΕ, που του άφησε μόνο εχθρούς. Η δε συγκυρία δεν θα μπορούσε να ήταν χειρότερη για οποιοδήποτε στέλεχος του ΣΥΡΙΖΑ βρισκόταν στη θέση του (πόσο μάλλον γι’ αυτόν), όταν είναι τόσο πρόσφατο το σποτ του κόμματος, που κατηγορεί συλλήβδην τους δημοσιογράφους ότι χρηματίζονται από την κυβέρνηση. Σε αυτό το περιβάλλον, ο Παππάς δεν μπορεί να περιμένει συμπάθεια. Δεν βοηθά, βέβαια, ούτε το ότι τρέχει από τη μία συνέντευξη στην άλλη, αναπόφευκτα ξεχνώντας ή αλλάζοντας αυτά που έχει πει στην προηγούμενη.

Δεν σημαίνουν όλα αυτά, όμως, ότι ο Παππάς είναι μόνος του σε αυτή την περιπέτεια. Ούτε είναι τυχαίο ότι συνέπεσε να επισκεφθεί αυτός τον πρεσβευτή του Ισραήλ, με σκοπό την ενημέρωση της αξιωματικής αντιπολίτευσης για την πρόσφατη επίσκεψη του πρωθυπουργού στο Τελ Αβίβ. Το γεγονός ότι αναλαμβάνει αυτή την αποστολή (για λογαριασμό του αρχηγού του, προφανώς) είναι ενδεικτικό της πλήρους κάλυψης που έχει από το κόμμα και την ηγεσία του ο πρώην υπουργός του ΣΥΡΙΖΑ.

Αρκεί να αναλογισθεί ο καθένας μας το είδος της σχέσης του τότε υπουργού Επικρατείας με το αφεντικό του μαγαζιού (ακολουθώ και εγώ τη δική του ορολογία), για να καταλάβει ότι είναι μάλλον αφελές να περιμένεις ότι ο Παππάς θα εγκαταλειφθεί από τον ΣΥΡΙΖΑ, όσο το σύστημα Τσίπρα ελέγχει το άλλο μαγαζί, της Κουμουνδούρου. Δεν συμφέρει κανέναν στον ΣΥΡΙΖΑ, ούτε εκείνους που ενδεχομένως απεχθάνονται το συγκεκριμένο πρόσωπο.
  
Ο Παππάς είναι ο ΣΥΡΙΖΑ· και απέναντι σε αυτόν τον ΣΥΡΙΖΑ δεν βρίσκεται η Ν.Δ. και η κυβέρνησή της, αλλά το δημοκρατικό πολίτευμα. Δεν είναι κομματικό το σκάνδαλο που έφεραν στο φως οι ηχογραφήσεις. Είναι φαλκίδευση της δημοκρατίας, όπως εγώ το καταλαβαίνω. Αν κάποιοι το γνωρίζουν αυτό καλύτερα είναι εκείνοι που το έχουν διαπράξει, δηλαδή ο ΣΥΡΙΖΑ. Αυτό είναι έκδηλο στο πνεύμα και στο ύφος του ανυπόγραφου εγγράφου (non-paper, στα ελληνικά) με την υπερασπιστική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ, το οποίο μοιράστηκε από την Κουμουνδούρου προς όλους: πλημμυρίζει από ιερά αγανάκτηση για την επίθεση που δέχεται η δημοκρατία και παρουσιάζει τον ΣΥΡΙΖΑ ως τον πραγματικό υπερασπιστή των δημοκρατικών θεσμών.

Είναι, βεβαίως, γελοίο να ακούγονται αυτά εκ μέρους του ΣΥΡΙΖΑ μετά τις αποκαλύψεις Μιωνή. Εντούτοις, στη μακρά μάχη που ξεκίνησε θα έχει σημασία (αν μου επιτρέπεται μια μιλιταριστική μεταφορά) ποιος θα καταλάβει πρώτος με τις δυνάμεις του τα υψίπεδα στο πεδίο. Στην προκειμένη περίπτωση, τα υψίπεδα είναι η υπεράσπιση της δημοκρατίας, όχι ο θρίαμβος της Νέας Δημοκρατίας. Τον δεύτερο δεν τον αμφισβητεί κανείς, αλλά δεν είναι αυτός το θέμα. Το θέμα είναι ποιος θέτει το γενικό συμφέρον πάνω από το προσωπικό του. Συνεπώς, η θριαμβολογία από πλευράς βουλευτών της Ν.Δ., εκτός από κακόγουστη, είναι και βλαβερή.