ΑΠΟΨΕΙΣ

Υποβολείο

Τρέχει, καλπάζει το καλοκαιράκι, l ξεπέρασε και το «πικ» της Μεγαλύτερης Ημέρας του Χρόνου l που μας έβρισκε κάποτε τα μεν αγόρια να σωρεύουμε ξύλα στην αλάνα της γειτονιάς για τις επερχόμενες φωτιές τ’ Αγιαννιού, l τα δε κορίτσια να προετοιμάζουν τον Κλείδωνα – και ποιο μικροαντικείμενό της θα έριχνε καθεμιά μέσα στο κιούπι με το αμίλητο νερό. l Και παρ’ όλο που τις μέρες αυτές φύσαγε δροσερός Μικρός Βοριάς, l η δημόσια ατμόσφαιρα ήταν βαριά, και συνεχίζει. l Μπόχα σκέπασε και πάλι τον δημόσιο χώρο l – το σεσηπός και όζον συριζαϊκό Χτες αναμιγνύεται αρμονικά στην ατμόσφαιρα με σημερινά δύσοσμα «αντιπολιτευτικά» ψηφιακά κατορθώματα, l όπως το σποτάκι με το ευρώλουτρο εξ ουρανού. l

Αλλά δεν μπορείς να πεις ότι και η κυβέρνηση δεν παρουσιάζει ένα κάποιο ζαβλάκωμα, l ένα εδώ πατάω κι εκεί βρίσκομαι, l ίνα μη τι χείρον είπω. l Διότι, πέρα από το αναπάντεχο, το άνευ λόγου, το ανεκδιήγητο «Δεν περνάς κυρά Μαρία», «Δεν περνώ, περνώ» του ανασχηματισμού l –καθόλου «ανώδυνη» ελαφρότητα όταν πρόκειται για κυβερνητική ελαφρότητα– l είναι κυρίως το άλλο: l η αδυναμία της να απαντήσει πειστικά στις καταγγελίες της αντιπολίτευσης ότι ακόμα και «ανύπαρκτοι» ημέτεροι ελιπάνθησαν με το δημόσιο χρήμα που διανεμήθηκε σε ΜΜΕ για καταχωρίσεις σχετικά με την πανδημία. l Καταγγελίες που τις άφησε η κυβέρνηση να πάρουν διαστάσεις, μη δημοσιεύοντας επί πολλές ημέρες τη σχετική λίστα l – συμβάλλοντας έτσι κι αυτή στην οσμή ευωδίας πνευματικής που αναδίδει τις μέρες αυτές η πολιτική μας ατμόσφαιρα. l

«Κοπρώνας» χαρακτηρίστηκε η απομαγνητοφωνημένη συνομιλία του πρωτοκλασάτου συριζαίου Νίκου Παππά με τον επιχειρηματία Μιωνή. l Πολύτιμα αυτά τα πειστήρια, γιατί παραείχαν σηκώσει ψηλά τον αμανέ οι επί Συριζανέλ κυβερνητικοί. l Αναφέρονταν σε θεσμούς της δημοκρατίας, όπως λ.χ. η Δικαιοσύνη, λες κι επρόκειτο για κάποια κυρία ελευθερίων ηθών. l Ή για κάνα νταραβέρι με κολ-γκερλς. l Στην ψύχρα οι άνετοι – ένα πράμα λες και δεν υπήρχε αύριο. l Λες και είχαν κυριεύσει το Κουραδόκαστρο, από το οποίο δεν θα τους μετακινούσε ούτε ο Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος. l Τελοσπάντων, άλλο ήθελα να πω: l Οτι πολλά τα ανατριχιαστικά και σ’ αυτό το ντοκουμέντο, l αλλά μη μου πείτε πως δεν υπήρχε και μια αυθεντικά λαϊκή εγκαρδιότητα στο διάλογο. l Εκείνα τα «Τι λες, ρε μαλάκα», l τα τόσο φιλικά, τόσο ελληνικά, τα τόσο δημοκρατικά εντέλει l – ιδίως όταν ακούγονται από στόμα της Αριστεράς και της Προόδου. l Αφού συγκινήθηκα. l Αν και δεν είναι η πρώτη φορά που γινόμαστε ακούσιοι ωτακουστές της αβρότητας των συριζαίων. l Η πρώτη φορά, θυμάμαι, που άκουσα τη συντροφική αυτή προσφώνηση μεταξύ κυβερνητικών στελεχών επί Συριζανέλ ήταν όταν ο Νίκος Βούτσης, πριν ακόμα γίνει πρόεδρος της Βουλής, κατεβαίνοντας από το βήμα των ομιλητών στα υπουργικά έδρανα, γύρισε προς τον Γιάννη Δραγασάκη, σεβάσμιο, ως γνωστόν, αντιπρόεδρο της σεβασμιοτάτης κυβέρνησης Τσίπρα, και του είπε: l «Εγώ ξέρω, ρε μαλάκα, να τους βάζω στη θέση τους!» l Από τότε, και προϊόντος του συριζαϊκού κυβερνητικού χρόνου, αντελήφθην ότι η εν λόγω προσφώνηση είναι συντροφικότητος σημαντική l και όχι, όπως νόμιζα μέχρι τότε, μια σιχαμένη συνήθεια, ιδιαίτερα όταν εκφέρεται από ηλικιωμένα χείλη l – ε, και πολιτικών, θα έλεγα, αλλά ας μην το παρατραβάμε σε αξιώσεις. l

Παρακαλώ, όχι! l Δεν θέλω να ξέρω πώς αλληλοπροσφωνούνται βουλευτές όλων των κομμάτων στο κυλικείο της Βουλής. l Αρκούν όσα ακούμε στην αίθουσα συνεδριάσεων. l Και στα απομαγνητοφωνημένα της ρασπουτινοκατάστασης. l Μπάστα! l Τόσο «μπάστα», που αναχωρώ για τη μηνιαία θερινή μου ανάπαυλα. l Αέρααα.