ΑΠΟΨΕΙΣ

Μιχάλης Χρυσοχοΐδης: Δάση

michalis-chrysocho-dis-dasi-2386439

Το λένε –και το γράφουν– όχι για αστείο. Το λένε σοβαρά. Η κυβέρνηση, λέει, βλέπει μεγάλο και φουσκωμένο το ποτάμι της οργής του λαού, έτοιμο να πνίξει από Σεπτέμβριο τις νέες ζαρντινιέρες της Σταδίου και το ψωροφοινικόδασος της Πανεπιστημίου. Βλέπει την οικονομική καταστροφή και την αγανάκτηση, γι’ αυτό επείγεται να καταστείλει διά νόμου τις διαδηλώσεις.

Δεν χρειάζεται να εξηγήσει κανείς από πού κατάγονται αυτοί οι ισχυρισμοί – ποια φαντασιακή παράδοση αυτοθυματοποίησης αναπαράγουν. Ομως, η γραφικότητά τους –γραφικότητα με την έννοια του ατόφιου πολιτικού φολκλόρ– δεν σημαίνει ότι είναι και ακίνδυνη.

Η δημόσια συζήτηση τα τελευταία εικοσιτετράωρα το αποδεικνύει: Ο –τρόπος του λέγειν– διάλογος για το νομοσχέδιο, που φιλοδοξεί να εγκαθιδρύσει αναλογικότητα στην άσκηση του δικαιώματος του συναθροίζεσθαι, έχει γυρίσει το ρολόι σαράντα χρόνια πίσω. Εχει διεγείρει τα ένστικτα πολιτικής νεκροφιλίας που οδηγούν ένα μέρος της αντιπολίτευσης στην εκταφή της χούντας.

Ναι, ακούγεται γραφικό, αλλά δεν είναι. Η ρητορική περί χούντας, ανεξαρτήτως της απήχησής της εκτός Κοινοβουλίου, συντηρεί μια δηλητηριώδη καχυποψία όχι μόνο της Αριστεράς για τη Δεξιά, αλλά συνολικά του πολιτικού συστήματος για τον εαυτό του. Αν πάρει κανείς αυτές τις κραυγές στα σοβαρά, θα πρέπει να πιστέψει ότι, μετά 4,5 χρόνια δικής του διακυβέρνησης, ο ΣΥΡΙΖΑ παρέδωσε μια δημοκρατία ημιθανή, έτοιμη να λιώσει σαν το παγωτό στον ήλιο.

Ο υπουργός που βρίσκεται αντιμέτωπος με το ντελίριο χουντολογίας, έχει κληθεί πολύ πρόσφατα να περάσει ανάλογες δοκιμασίες. Πριν από ακριβώς έναν χρόνο, ακριβώς οι ίδιοι άνθρωποι προέβλεπαν ότι ο Χρυσοχοΐδης θα πυροδοτούσε μεγάλη κοινωνική αναταραχή με την επιχείρηση αστυνόμευσης των Εξαρχείων. Οι ίδιες φωνές προέβλεπαν –αν δεν προσδοκούσαν κιόλας– βία και αίμα όχι μόνο στα Εξάρχεια, αλλά και στα πανεπιστήμια.

Το πόσο εύκολη αποδείχθηκε τελικά η διέλευση από το ναρκοπέδιο των μεταπολιτευτικών ταμπού δεν οφείλεται μόνο στην αλλαγή της ηγεσίας στη δημόσια τάξη. Οφείλεται εξίσου και στο γεγονός ότι οι νάρκες ήταν ήδη πολιτικά απενεργοποιημένες. Τα ταμπού υπερεκπροσωπούνταν από κόμματα και ακτιβιστικά λόμπι, χωρίς να έχουν αντιστοίχιση σε κοινωνικές αγωνίες.

Το ίδιο συμβαίνει και τώρα: Η επιτυχία του νόμου δεν θα κριθεί από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία ή την κοινωνική του αποδοχή. Αμφότερες είναι εξασφαλισμένες. Θα κριθεί πρωτίστως από την ικανότητα –την κατάρτιση και την επαγγελματική ψυχραιμία– της δημόσιας δύναμης να τον εφαρμόσει.

Μιλώντας στη Βουλή, ο Χρυσοχοΐδης έδειξε να έχει επίγνωση της πρόκλησης. Στον δρόμο θα είναι όλοι απέναντι – έτοιμοι να σαμποτάρουν τον νόμο. Αλλά αυτοί οι «όλοι» έχουν πια μετρηθεί.