ΑΠΟΨΕΙΣ

Πραγματικές συγκλίσεις, φανταστικές αποκλίσεις

sotiropoulois--2

Ενώ στα κύρια προβλήματα της χώρας σήμερα (οικονομική κρίση, πανδημία, ελληνοτουρκικές σχέσεις) υπάρχει εκ των πραγμάτων σύγκλιση των κύριων πολιτικών δυνάμεων ως προς τα ενδεδειγμένα μέτρα κρατικής πολιτικής, σε επίπεδο πολιτικού λόγου και ρητορείας συντηρείται μια πόλωση μεταξύ αυτών των δυνάμεων. Η πόλωση αφενός επισκιάζει τη σύγκλιση μεταξύ τους, αφετέρου αποσπά την προσοχή όλων από τα τρέχοντα προβλήματα.

Η σύγκλιση είναι προφανής στην αντιμετώπιση των οικονομικών συνεπειών της πανδημίας. Ενώ καταγγέλλεται τελετουργικά ως νεοφιλελεύθερη, η κυβέρνηση, παρά αρκετά στραβοπατήματα, υιοθέτησε έναν κεϊνσιανού τύπου κρατικό παρεμβατισμό στην οικονομία μέσω της προστασίας των θέσεων εργασίας, των μικρών ιδίως επιχειρήσεων και των ελευθέριων επαγγελμάτων και μέσω των οριζόντιων χρηματικών μεταβιβάσεων. Η αξιωματική αντιπολίτευση ουσιαστικά επικρότησε αυτήν την επιλογή, αν και θα επιθυμούσε να διανεμηθούν πολύ μεγαλύτερα χρηματικά ποσά.

Σύγκλιση υπήρξε και ως προς τα μέτρα περιορισμού της κυκλοφορίας κατά την περίοδο Μαρτίου-Μαΐου 2020 και την ενίσχυση του δημόσιου συστήματος υγείας, προκειμένου να αντιμετωπιστεί η διασπορά του κορωνοϊού. Η ύπαρξη έστω και ενός θύματος είναι οδυνηρή, ιδίως για τους οικείους του. Δεν μπορεί κανείς να επιχαίρει για τους 192 νεκρούς από κορωνοϊό στην Ελλάδα (έως το τέλος Ιουνίου). Ωστόσο, το πρώτο κύμα της πανδημίας αντιμετωπίστηκε και η ενίσχυση και μεταρρύθμιση του ΕΣΥ αναγνωρίστηκε από όλες τις πλευρές ως πρώτη προτεραιότητα. Δρομολογήθηκαν προσλήψεις τριών χιλιάδων γιατρών και νοσηλευτών στα δημόσια νοσοκομεία και υιοθετήθηκαν έκτακτα νομοθετικά μέτρα για προμήθειες υλικών για αυτά, αφού κόπασαν οι αρχικές, ενστικτώδεις θα έλεγε κανείς, αντιπολιτευτικές κραυγές να επιταχθούν –με την ευκαιρία της πανδημίας– μονάδες ιδιωτικών νοσοκομείων καθ’ οδόν προς τον απώτερο στόχο της κρατικοποίησης των πάντων.

Σύμπτωση, όχι απλή σύγκλιση, μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης υπάρχει και ως προς την αντιμετώπιση της τουρκικής απειλής. Συμπίπτουν και οι δύο στον συνδυασμό αμυντικής προπαρασκευής με τη δημιουργία ισχυρών διεθνών ερεισμάτων και την επιδίωξη του διαλόγου, πιθανόν και με προσφυγή στο δικαστήριο της Χάγης, για την επίλυση μερικών από τις διαφορές μεταξύ των δύο χωρών. Και με την πρόσφατη απευθείας συζήτηση Μητσοτάκη-Ερντογάν, συνέπεσαν και στην τακτική της άμεσης επικοινωνίας με τον Τούρκο ηγέτη.

Από εκεί και πέρα αρχίζουν οι αποκλίσεις μεταξύ των δύο πόλων, πολλές από τις οποίες είναι φανταστικές. Σε αυτές περιλαμβάνονται η αξίωση να αναγνωριστεί ότι ο ένας από τους δύο πόλους πλεονεκτεί «ηθικά» έναντι του άλλου. Ακόμα και αν ίσχυε αυτό, δεν είναι σαφές πόσα από τα παραπάνω προβλήματα εγχώριας και διεθνούς πολιτικής θα λύνονταν, αν «ερχόταν στα πράγματα», πάλι, ο πόλος που αξιώνει να αναγνωρίζεται ως ηθικότερος του άλλου. Και η ίδια η αξίωση της ηθικής υπεροχής προκαλεί προβληματισμό. Καθεαυτή, μια τέτοια αξίωση θα ήταν ασύμβατη με τους όρους του σύγχρονου δημοκρατικού ανταγωνισμού και της διαβούλευσης. Αν ο άλλος πόλος είναι εξ ορισμού ανήθικος ή έστω λιγότερο ηθικός από τον δικό σου, δεν αρκείσαι στο να τον αντιμετωπίσεις ως αντίπαλο. Δεν φτάνει να τον νικήσεις εκλογικά. Θα μπεις στον πρόσθετο πειρασμό να τον συντρίψεις ως εχθρό, ώστε «να μην ξανασηκώσει κεφάλι». Επιπλέον, δεν μπορείς εσύ, μόνος σου, να ανακηρύσσεις τον εαυτό σου ως «ηθικό». Δηλαδή πρόκειται για μια επίπλαστη απόκλιση μεταξύ των δύο πόλων, μακριά από τις σημερινές ανάγκες της πλειοψηφίας των πολιτών.

Αλλη φανταστική απόκλιση μεταξύ των δύο πόλων είναι η διάκριση προοδευτισμού-συντηρητισμού. Το τι ήταν προοδευτικό αναγνωρίστηκε σχετικά εύκολα σε κρίσιμες στιγμές στο παρελθόν. Αυτό συνέβη, π.χ., όταν κρίθηκε η μορφή του πολιτεύματος με την κατάργηση της μοναρχίας, υιοθετήθηκε η δημοτική αντί της καθαρεύουσας, θεσπίστηκε η ισότητα των δύο φύλων στο οικογενειακό δίκαιο, ιδρύθηκε το ΕΣΥ, διευρύνθηκαν τα δικαιώματα ατόμων με ειδικές ανάγκες, ρυθμίστηκαν οι σχέσεις και τα δικαιώματα ατόμων με ποικίλες ταυτότητες φύλου και θεσπίστηκαν ευκαιρίες ενσωμάτωσης μεταναστών δεύτερης γενιάς στην ελληνική κοινωνία. Σε πολλές άλλες στιγμές, δεν ήταν ούτε είναι πλέον ευδιάκριτο τι αποτελεί προοδευτικό και τι συντηρητικό μέτρο πολιτικής.

Εχει προταθεί ως κριτήριο προοδευτισμού το αν κάποιο μέτρο συντελεί σε «ριζικές, μεγάλες και συστημικές ανατροπές υπέρ της πλειοψηφίας των πολιτών» (κείμενο των οκτώ διανοουμένων της Δημοκρατικής Συμμαχίας). Ο,τι αποκλίνει από αυτό το κριτήριο θεωρείται συντηρητικό. Αυτό όμως είναι πολύ συζητήσιμο. Αφενός ξενίζει πλέον στον 21ο αιώνα η σκέψη ότι η πλειοψηφία, αν απαλλασσόταν από ένα πέπλο κάποιας ψευδούς συνείδησης και από την επήρεια των λεγόμενων συστημικών μέσων πολιτικής κοινωνικοποίησης και ενημέρωσης, θα αγκάλιαζε την ανατροπή. Για τους «πολλούς», η εμπειρία του 20ού ήταν ευτυχέστερη όσον αφορά μεταρρυθμίσεις και προσαρμογές, παρά όσον αφορά τις ανατροπές. Αφετέρου, αν αμφισβητείται κάτι έντονα από την πλειοψηφία σήμερα, αυτό είναι η αξίωση ότι ως προς τα μεγάλα πολιτικο-κοινωνικά ζητήματα υπάρχει μια αλάθητη θεωρία της οποίας η ακρίβεια επιβεβαιώνεται «από την ίδια τη ζωή».

Οι «πολλοί», στο όνομα των οποίων συχνά βανδαλίζεται δημόσια και ιδιωτική περιουσία και σχεδόν κάθε μέρα καταλαμβάνονται δημόσιοι χώροι χωρίς κανέναν χρονικό ή τοπικό περιορισμό, ξέρουν ότι τέτοια θεωρία δεν υπάρχει. Οι «πολλοί» πιθανόν να ήταν περισσότερο ενεργοί πολιτικά, αν η αυτοδικαιωτική πεποίθηση περί «ηθικού πλεονεκτήματος», η βεβαιότητα για το τι είναι προοδευτικό και το όραμα της ανατροπής έδιναν τη θέση τους σε συγκεκριμένες προτάσεις για τα τρέχοντα προβλήματα. Και σε απτές διεξόδους ουσιαστικής δημόσιας διαβούλευσης για μέτρα δημόσιας πολιτικής, αντί για διχοτομικά δημοψηφίσματα (κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ/ΑΝΕΛ) ή για εισαγωγές νομοσχεδίων προς ψήφιση στη Βουλή, σωρηδόν, με τη διαδικασία του κατεπείγοντος (από όλες τις κυβερνήσεις). Αλλά αν συνέβαινε αυτό, ίσως φανερωνόταν ότι οι πραγματικές συγκλίσεις είναι περισσότερες από τις φανταστικές αποκλίσεις.

* Ο κ. Δημήτρης Α. Σωτηρόπουλος είναι καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών και ερευνητής στο ΕΛΙΑΜΕΠ.