ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

Χρήστος Ροζάκης: Το νησί και ο βυθός του

prosopa-tis-evdomadas0Κάποτε ένας απόμαχος της πολιτικής τηλεφώνησε στον τότε υπουργό Εξωτερικών. «Γιατί τους αφήνεις να λένε ότι το Καστελλόριζο έχει πλήρη ΑΟΖ;», τον ρώτησε. «Και τι σε πειράζει να το λέμε;», αντερώτησε ο υπουργός.

Αυτό είναι το σκεπτικό μιας θέσης που, σύμφωνα με τον ορισμό του Χρήστου Ροζάκη, είναι «διαπραγματευτική». Ανήκει δηλαδή στα χαρτιά που μαζεύεις, για να έχεις να παίξεις, όταν κάποια στιγμή καθίσεις στο τραπέζι.

Μόνο που όταν ομολογείς ότι οι θέσεις σου είναι «διαπραγματευτικές», έχεις ήδη κάψει τη διαπραγματευτική τους ισχύ. Αυτή ήταν και η αντίφαση της συνέντευξης Ροζάκη. Η ημιεπίσημη σχέση του καθηγητή με το ΥΠΕΞ δεν του άφηνε την ελευθερία να ανοίγει τα χαρτιά, σαν να μιλούσε μόνο ακαδημαϊκά, χωρίς πολιτικό αντίκτυπο.

Και να ήθελε κάποιος να προσπεράσει τις δηλώσεις σε ένα περιφερειακό κανάλι ως προσωπικές, ο τόνος των επιθέσεων κατά του Ροζάκη δραματοποίησε –για να μην πει κανείς «διεθνοποίησε»– τις γεωγραφικές του διαπιστώσεις για την εγγύτητα του Καστελλόριζου προς τις τουρκικές ακτές. Ο καθηγητής περίπου κατηγορήθηκε ότι παραδίδει το νησί στους Τούρκους. Ο σάλος έδειξε έτσι ξανά ότι για μια μερίδα του πολιτικού συστήματος –και ιδίως μια συνιστώσα της κυβερνώσας παράταξης– η εδαφική κυριαρχία δεν ξεχωρίζει από τα (υπο)θαλάσσια δικαιώματα. Νοείται άραγε διαχωρισμός; Νοείται στα εθνικά δίκαια η ιεράρχηση νησιού έναντι θάλασσας;

Η διαλεκτική της ασφάλειας του Καστελλόριζου θα μπορούσε να υποβάλει τη στάθμιση: Η προτεραιότητα της διαφύλαξης ενός γεωγραφικά ευάλωτου κομματιού της επικράτειας υπαγορεύει και τον χειρισμό των παράγωγων της κυριαρχίας αξιώσεων. Τα θέλουμε όλα. Κανείς όμως δεν θα ήθελε, διεκδικώντας το έλασσον, να θέσει σε κίνδυνο το μείζον.

Αυτές οι αναγκαίες για το εθνικό συμφέρον σταθμίσεις ισοπεδώνονται από το φρόνημα που ταυτίζει την πατρίδα με την αχάραχτη ακόμη ΑΟΖ – που ή θα υπάρξει συμβατικά ή δεν θα υπάρξει. Το γόητρο κατισχύει του συμφέροντος.

Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά. Προτού βρει εύκολο στόχο σε έναν σημιτικό σοφό –με προϋπηρεσία στις παραιτήσεις λόγω εθνικής αγανάκτησης– το ρεύμα του γοήτρου είχε προλάβει να στοχοποιήσει την ηγεσία του υπουργείου Εξωτερικών, με αφορμή την κοίτη του Εβρου. Πρόκειται για ενδονεοδημοκρατικό ρεύμα που επιχειρεί ανοιχτά να μπει στο πιλοτήριο της εξωτερικής πολιτικής και, πειρατικά, να την προκαθορίσει.

Ο,τι κι αν πιστεύει κανείς, το ρητορικό φορτίο –η τζάμπα κοκκινογράμμωση– δεν βοηθάει τον χειρισμό. Η Ν.Δ. πέρασε πρόσφατα, στις Πρέσπες, αβλαβής από τέτοιο εσωτερικό κλυδωνισμό. Αλλά τον πέρασε ως σχεδόν ανεύθυνη αντιπολίτευση. Τώρα σηκώνει η ίδια την ευθύνη.

Ελένη Μενεγάκη: Η πτήση του πούπουλου

prosopa-tis-evdomadas2Η διάρκεια βέβαια μετράει. Είκοσι εννιά χρόνια είναι πολλά. Η αντοχή δεν μπορεί παρά να αποτελεί τεκμήριο ποιότητας. Ποια ποιότητα όμως της Ελένης Μενεγάκη, που αποχαιρέτισε την περασμένη Τετάρτη την τηλεόραση, δικαιολογεί τα εγκώμια που έφτασαν να την «ερμηνεύουν» ως σύμβολο της τριακονταετίας;

Ηταν, λένε, η «φυσικότητά» της. Σε όλη τη σταδιοδρομία της κατάφερε να διατηρήσει την άτεχνη χάρη του απροσποίητου. Η παλιά τηλεόραση έβριθε από τέτοια πρόσωπα, που πληρώνονταν για να υποδύονται μια καλλωπισμένη εκδοχή των τηλεθεατών τους. Ο μηχανισμός αυτός της πιο στοιχειώδους ταύτισης υπηρετήθηκε από το στερεότυπο της καλοσυνάτης ξανθιάς, όσο και από το αρσενικό ομόλογο του αυθόρμητου κάγκουρα (ή, μιας και μιλάμε για πρωινή ζώνη, λιάγκουρα).

Για τους ενδυματολόγους της διανοητικής μόδας, που κάθε φορά επείγονται να τυλίξουν την κοινοτοπία με την οργάντζα κάποιας εξεζητημένης θεωρίας, αυτό το μάρκετινγκ του καθρεφτίσματος –που κατασκεύαζε «είδωλα» με τη διπλή έννοια, ως προϊόντα αντανάκλασης και ως ομοιώματα για λατρευτική χρήση– ήταν εργαλείο εκδημοκρατισμού. Για να γίνεις διάσημος δεν χρειάζονταν ταλέντα. Δεν χρειαζόταν τίποτε. Χρειαζόταν μάλλον να είσαι τίποτε.

Δεν είναι αυτό ελευθερία; Δεν είναι αυτή η επικράτηση του πούπουλου επί της κοινωνικής βαρύτητας το χαρακτηριστικό της εποχής με τη μεγαλύτερη ταξική κινητικότητα στην Ελλάδα;

Φυσικά. Αρκεί κανείς να μην ξεχνάει και ποιο ήταν το πολιτισμικό φορτίο που τέθηκε σε μιντιακή κίνηση με αυτή την «κινητικότητα»: Μεταφυσική της αστρολογίας· ψυχολογία του ροζ μελοδράματος· μαγειρική της εγκάθειρκτης νοικοκυράς· κουτσομπολιό που αναπαρήγε το φαντασιακό της πολυ-ευτέλειας –της χλιδάτης φτήνιας.

Ολα αυτά τα προϊόντα έχουν πια μεταναστεύσει στη διαδικτυακή σφαίρα. Μία ώρα στο ίνσταγκραμ ισούται με μία σεζόν «πρωινών καφέδων». Tα πρωινάδικα –όπως και τα περισσότερα είδη της δωρεάν τηλεόρασης– απευθύνονται πια μόνο στους ψηφιακά αναλφάβητους.

Το κατόρθωμα της Μενεγάκη ήταν ότι κατάφερε να φθαρεί πιο αργά από τη φθίνουσα βιομηχανία που την παρήγαγε. Η έξοδός της άργησε. Απόδειξη ότι και η ίδια έχει πια διοχετεύσει τη «φυσικότητά» της στις νέες πλατφόρμες. Εκεί όπου έχουν πάει και οι χορηγοί.

Η τηλεοπτική αγορά θα υποκύψει αργά ή γρήγορα στη λήξη των προϊόντων της. Μέχρι τότε θα ταλαιπωρήσει ακόμη κάποια πουλέν στα ιπποφορβεία της. Θα προσπαθεί να κλωνοποιήσει τη μενεγάκεια «φυσικότητα».

Η φύση αυτής της σπονσοραριζόμενης «φυσικότητας» δεν είναι φυσική. Είναι και θα είναι, όποιο μέσο κι αν τη διαδίδει, η μάσκα του ακατέργαστου.