ΑΠΟΨΕΙΣ

Μπορούμε να απαιτούμε το καλύτερο

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία εξελέγησαν με άνετη πλειοψηφία και με την εντολή να καταπιαστούν με προβλήματα που ταλαιπωρούν τη χώρα εδώ και δεκαετίες. Η επαναφορά σε μονοκομματική κυβέρνηση που αποτελούσε μέρος του κεντρώου δικομματισμού ο οποίος κυριαρχούσε στη χώρα από το 1974 έως την κρίση που ξέσπασε το 2010, σήμανε και το τέλος της αναζήτησης λύσεων στον χώρο της φαντασίας. Οι δηλώσεις του πρωθυπουργού και οι πρώτες κινήσεις της κυβέρνησής του έδειξαν ότι είχε συνείδηση της δυσκολίας του εγχειρήματος και δεν ήταν διατεθειμένος να χάσει χρόνο στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων.

Αυτό που ουδείς μπορούσε να προβλέψει τις ημέρες μετά την 7η Ιουλίου 2019, ήταν πόσο η χώρα θα δοκιμαζόταν από μια πανδημία που θα συγκλόνιζε κάθε οικονομία και κοινωνία, που θα ανέτρεπε την ανάκαμψη της χώρας μας. Την ίδια ώρα, η ταχεία κλιμάκωση της τουρκικής επιθετικότητας προσέθεσε νέους κινδύνους στην εξωτερική μας πολιτική.

Η πανδημία και η πολυμέτωπη επίθεση της Τουρκίας (ακατάπαυστη προπαγάνδα, εκμετάλλευση μεταναστευτικών ροών, νομικές αμφισβητήσεις, στρατιωτικές απειλές) απέδειξαν ότι η ελληνική κυβέρνηση ήταν σε θέση να αποτρέψει το πρώτο κύμα των απειλών αυτών. Η επιτυχία αυτή είναι μεγάλη, επειδή δεν ήταν καθόλου αυτονόητη. Το κράτος δεν μας έχει συνηθίσει να αντιμετωπίζει μεγάλους κινδύνους επαρκώς. Ούτε ήταν αναμενόμενη η συνεργασία του λαού σε τέτοιο βαθμό, ώστε να αποφευχθεί η διασπορά του νέου κορωνοϊού. Εάν δεν είχε κρατήσει η γραμμή στον Εβρο, αποτρέποντας την είσοδο χιλιάδων μεταναστών και προσφύγων, εάν είχαν κατακλυστεί οι μονάδες εντατικής θεραπείας από ασθενείς με COVID-19, η σημερινή συζήτηση στη χώρα θα ήταν πολύ διαφορετική. Δεν θα επιχειρούσαμε να σώσουμε έστω μέρος των εισοδημάτων από τον τουρισμό. Θα βρισκόμασταν στη δίνη πολιτικής αντιπαράθεσης για το ποιος θα ευθυνόταν περισσότερο για τα προβλήματά μας – αυτή η κυβέρνηση ή οι προηγούμενες. Τώρα βρισκόμαστε σε σημείο όπου οι δύο μεγάλες προκλήσεις μπορούν να αντιμετωπιστούν.

Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση: κερδίσαμε τον πρώτο γύρο· έπεται, όμως, ο δεύτερος. Η Αθήνα επιχειρεί να ακυρώσει τη συμφωνία Αγκυρας – Τρίπολης που ορίζει την ΑΟΖ μεταξύ Τουρκίας και Λιβύης εις βάρος της Ελλάδας. Επετεύχθη συμφωνία για την οριοθέτηση των ιταλικών και ελληνικών αποκλειστικών οικονομικών ζωνών και επιδιώκεται παρόμοια με την Αίγυπτο. Εκκρεμεί, όμως, η μεγαλύτερη πρόκληση – συμφωνία με την Αγκυρα για προσφυγή των δύο χωρών στο Διεθνές Δικαστήριο. Η τουρκική επιθετικότητα βαρύνει το πολιτικό κλίμα, επηρεάζει την κοινή γνώμη και στις δύο χώρες, ενθαρρύνει την ακινησία και την αυθαιρεσία, αποτρέπει όποια διάθεση συμβιβασμού.

Η χώρα απέκτησε σεβασμό και μεγαλύτερη επιρροή στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ενωσης και επειδή προστάτευσε τα σύνορά της (επιτρέποντας στους εταίρους της να δηλώσουν ότι αυτά είναι και δικά τους σύνορα) και επειδή διαχειρίστηκε την COVID-19 με τρόπο υποδειγματικό. Αυτό ωφέλησε τη χώρα και τις σχέσεις της με τους εταίρους της. Αυτές οι σχέσεις είναι κρίσιμες για το μέλλον. Εξυπακούεται ότι η Ελλάδα πρέπει να στέκεται στα πόδια της, να διαθέτει η ίδια τις δυνάμεις να αποτρέπει την τουρκική επιθετικότητα, να προφυλάσσει τα σύνορά της, να προστατεύει τους πολίτες και τους επισκέπτες της, να αναπτύσσει την οικονομία της χωρίς την αέναη ανάγκη στήριξης. Οταν η ίδια είναι δυνατή, οι δυνάμεις της πολλαπλασιάζονται μέσα από συμμαχίες και συνεργασίες. Αυτό ισχύει στο μέτωπο με την Τουρκία, όπου αρκετοί Ευρωπαίοι άρχισαν να κατανοούν το μέγεθος της απειλής όχι μόνο για την Ελλάδα, την Κύπρο και άλλες χώρες της γειτονιάς, αλλά για όλη την Ανατολική Μεσόγειο. Η συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών της Ενωσης την ερχόμενη Δευτέρα θα δείξει εάν μπορούμε να ελπίζουμε στην επιβολή ορίων στη συμπεριφορά της Τουρκίας.

Το άνοιγμα των συνόρων για επισκέπτες, και η διπλωματική μάχη εναντίον της Τουρκίας είναι ο δεύτερος γύρος των δύο μεγάλων προκλήσεων που κλήθηκε να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση Μητσοτάκη. Εδώ τα πράγματα δεν θα είναι καθόλου εύκολα, επειδή οι λύσεις για την οικονομία και τη διπλωματία απαιτούν ουσιαστική συνεργασία με εταίρους και διεθνείς οργανισμούς. Απαιτείται και η ενδυνάμωση της χώρας μας. Εδώ βρισκόμαστε σε έναν ατελείωτο πρώτο γύρο. Παρά τα άλματα στην ηλεκτρονική διακυβέρνηση, η γραφειοκρατία του Δημοσίου και του ιδιωτικού τομέα πνίγει την παραγωγή. Οι αδυναμίες στη διαχείριση μεταναστών και προσφύγων αποτελούν σοβαρό κίνδυνο. Οι επιλογές προσώπων σε σημαντικές θέσεις δεν είναι πάντα οι καλύτερες. Οι αγκυλώσεις εναντίον κάθε μεταρρύθμισης στη δημόσια διοίκηση, στην εκπαίδευση, στις διαδηλώσεις, κ.ά., είναι πάντα αναμενόμενες· όμως, με την αντιπολίτευση στη δίνη έντονης εσωστρέφειας, η επιτυχία ή αποτυχία της κυβέρνησης θα κριθεί μόνο από την ίδια. Είδαμε ότι μπορεί να αποτρέψει το χειρότερο. Τώρα, παρά τις δυσκολίες, μπορούμε να απαιτούμε το καλύτερο.