ΑΠΟΨΕΙΣ

Εκεί όπου η αρχιτεκτονική συνάντησε την ποίηση

capture--52

«Ο άνθρωπος είναι το υποκείμενο και το αντικείμενο της αρχιτεκτονικής. Οποιος προσπαθεί να λύσει το αίνιγμα του χώρου με την αφαίρεση, θα κατασκευάσει ένα περίγραμμα του κενού και θα το ονομάσει χώρο. Οποιος προσπαθεί να συναντήσει τον άνθρωπο in abstractum, θα μιλήσει με την ηχώ του και αυτό θα το ονομάσει διάλογο. Ο άνθρωπος ακόμα εισπνέει και εκπνέει. Πότε επιτέλους και η αρχιτεκτονική θα κάνει το ίδιο;», γράφει ο αρχιτέκτονας Αλντο βαν Εϊκ.

Κάθισα σ’ ένα από τα αδρά μπετονένια καθιστικά. Κάτω από πλατάνια, ελιές και ακακίες, με τον ήχο του νερού να καλύπτει εκείνον του αυτοκινήτου. Ενα ζευγάρι φιλιόταν κάτω από την αλέα. Παιδιά σκαρφάλωναν στα περίτεχνα στηθαία, κρύβονταν στη μεταλλική κόκκινη γέφυρα, μια παρέα είχε πιάσει ένα από τα ημικυκλικά λευκά «σεπαρέ». Κόσμος διέσχιζε την πλατεία για να αποφύγει την αποπνικτική ατμόσφαιρα. Ο κόκκινος κυβόλιθος είχε θαμπώσει, μα το μάρμαρο λαμπύριζε στον ήλιο. Το εκκωφαντικό βουητό των αμήχανων παρακείμενων παρεμβάσεων στον δημόσιο χώρο έγινε σε τούτο το «πλάτωμα» ανάγλυφο θρόισμα. Πλατεία Κολωνακίου. Κυριακή, 5 Ιουλίου 2020.

Λίγες ώρες πριν, η Σουζάνα Κολοκυθά-Αντωνακάκη, από τις σημαντικότερες αρχιτέκτονες της γενιάς της, πέθανε σε ηλικία 85 ετών. «Ο Μποντλέρ […] έγραψε κάτι το οποίο εφαρμόζεται σε κάθε “ποιητική” δημιουργία: ότι την τέχνη την προσεγγίζεις με ιδανικά, με έρωτα, με “ένα μπούσουλα και ένα αστέρι” να σε κατευθύνουν», έγραψε η ίδια το 2007.

Ετσι προσέγγισε την πλατεία Κολωνακίου, τη νέα βιβλιοθήκη της ΑΣΚΤ, και ένα πλήθος άλλων έργων, τόπους τρυφερούς και φιλικούς, που μεταξύ άλλων σχεδίασε με τον σύντροφό της στη ζωή και στην αρχιτεκτονική, Δημήτρη Αντωνακάκη. Απροσδόκητα οικείους, ζωντανούς δημόσιους χώρους που «εισπνέουν και εκπνέουν». Θυμίζοντάς μας πόσο σημαντικός είναι ο αρχιτεκτονικός σχεδιασμός που συνταιριάζει τη φύση με τον άνθρωπο, τη μεσογειακή παράδοση με τη νεωτερικότητα, που μετασχηματίζει την καθημερινότητα.

«Τα ίχνη της καθημερινής ζωής εξανθρωπίζουν τα κτίσματα […]. Η ανάσα της κατοίκησης αναδύεται από τις πόρτες, τα παράθυρα, τις εισόδους, από τα κενά και τα πλήρη, από την επεξεργασία των λιθοδομών», γράφει στην στήλη της «Τρίτη Αποψη» στα «Νέα».

Η Σουζάνα Αντωνακάκη γεννήθηκε το 1935. Σπούδασε στην Αρχιτεκτονική Σχολή του ΕΜΠ. Ιδρυτικό μέλος του αρχιτεκτονικού γραφείου Atelier 66. Μαχητική, ιδεολόγος και δραστήρια, μέλος της UIA, του Δ.Σ. του ΣΑΔΑΣ, πρόεδρος του τμήματος Αρχιτεκτόνων του ΤΕΕ, επίτιμος διδάκτορας της Πολυτεχνικής Σχολής του ΑΠΘ. Πάντα μαζί με τον Δημήτρη, βαθιά επηρεασμένοι από τις αρχές του μοντερνισμού, ακολούθησαν τις αναζητήσεις του Κωνσταντινίδη, του Μις φαν ντερ Ρόε και του Λε Κορμπιζιέ, μετέφεραν τις εμπειρίες του Πικιώνη και επαναστάτησαν για μια καλύτερη ζωή συμπορευόμενοι με τους Team X. Αναζητώντας νέους τρόπους κοινωνικής οργάνωσης. Από τα σημαντικότερα έργα τους είναι ο Εργατικός Οικισμός στο Δίστομο Βοιωτίας, το Αρχαιολογικό Μουσείο στη Χίο, το Πολυτεχνείο και η Φιλοσοφική Σχολή Κρήτης και η εμβληματική κατοικία-γραφείο των ιδίων στην Εμμ. Μπενάκη.

Το 1985, ο Κένεθ Φράμπτον, από τους σημαντικότερους θεωρητικούς αρχιτεκτονικής, επιμελήθηκε τη μονογραφία τους «Atelier 66 – The architecture of Dimitris and Suzana Antonakakis». Ο Παναγιώτης Τουρνικιώτης, κοσμήτορας της Αρχιτεκτονικής Σχολής ΕΜΠ στην «Κριτική προσέγγιση των θεωριών της Αρχιτεκτονικής», τους «ταξινόμησε» ως κύριους εκπροσώπους του «κριτικού τοπικισμού», συνοδοιπόρους του Ταντάο Αντο, του Αλβαρο Σίζα και του Μάριο Μπότα.

Σημαντικό κομμάτι του έργου της Σουζάνας κατέλαβαν τα γραπτά της. Εκεί η αρχιτεκτονική αναμετρήθηκε με τον Μποντλέρ, τον Μπαλζάκ, τον Κάφκα, τον Καλβίνο και το θέατρο του Ηλιου. Τα ευαίσθητα μολυβένια σκαριφήματά της αποτυπώθηκαν στο ρυζόχαρτο, άλλα χτίστηκαν και άλλα μετατράπηκαν σε γαλήνιες λέξεις στα «Κατώφλια. 100 + 7 Χωρογραφήματα». Ολα συγχρωτίστηκαν με τον άνθρωπο υφαίνοντας ένα εξόχως ποιητικό περιβάλλον ζωής.

Η αρχιτεκτονική της αγκάλιασε την μικροκλίμακα. Χάιδεψε την υλικότητα. Ακροβάτησε μεταξύ αυτοπειθαρχίας κανάβου, γεωμετρικής λεπτομέρειας και ανόθευτης πλαστικότητας.  Ακολούθησε το φως και τον αέρα, την πόλη και το σπίτι, «στην καθημερινότητα και στη γιορτή». Βούτηξε με τόλμη στη χρωματική παλέτα του ουρανού και της γης, οριοθετώντας «υπαίθριες» διαδρομές μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού. Αγάπησε τους «ενδιάμεσους χώρους»: τα κατώφλια, τις στοές, τα πλατώματα, τα λιακωτά, τους σκιερούς τόπους. Τον Πολ Βαλερί, τον Γκαστόν Μπασελάρ και την «Ποιητική του Χώρου».

Ο Δημήτρης Φιλιππίδης, ομότιμος καθηγητής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ, θυμάται: «Η Σουζάνα Αντωνακάκη έγραψε: “Και στην αρχιτεκτονική η ποίηση δεν ορίζεται, υπάρχουν όμως χώροι ποιητικοί, που δεν περιγράφονται, αλλά σε προκαλούν να τους θυμάσαι, τους επιθυμείς σαν πρόσωπα φιλικά, επιστρέφεις σε αυτούς, σε κάνουν να ονειρεύεσαι”. Σε μια φράση είχε δείξει τη βαθιά επιρροή επάνω της της φαινομενολογίας, συνοψίζοντας την ουσία του έργου που δημιούργησε με τον σύντροφό της στη ζωή, Δημήτρη. Γιατί δεν έπαψε ποτέ να ονειρεύεται σχεδιάζοντας».

«Για να δημιουργήσεις πρέπει να ερωτευτείς το αντικείμενο της δημιουργίας σου, να γίνει τρόπος ζωής σου. Αυτό συνοψίζει τη Σουζάνα, άνθρωπο με ευρύτητα πνεύματος, πολυμάθεια, που απολάμβανε τη δουλειά συνδυασμένη με πηγαίο κρητικό χιούμορ. Πλημμύρισε την αρχιτεκτονική με χρώμα για να μας θυμίζει τα λόγια του φίλου της Αλντο βαν Εϊκ: “Το αγαπημένο μου χρώμα είναι το ουράνιο τόξο”. Ζήσαμε μαζί ευτυχισμένες στιγμές στο Εργαστήριο 66. Οπως παρατηρεί ο Αλντο Ρόσι: “Ισως όλα τα έργα, από τη στιγμή που εκφράζουν μια δημιουργική στιγμή, ανήκουν σε εκείνη την παράξενη σφαίρα που ονομάζουμε ευτυχία”. Θα μου λείψει η πνευματική μου φίλη», αναπολεί η Μπούκη Μπαμπάλου-Νουκάκη, ομότιμη καθηγήτρια Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ.

Η Φοίβη Γιαννίση, ποιήτρια και καθηγήτρια Αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας συμπληρώνει: «Η παράδοση που παρέλαβαν και μεταμόρφωσαν η Σουζάνα και ο Δημήτρης Αντωνακάκης στην αρχιτεκτονική τους, που γνωρίζει πώς να φιλοξενεί τρυφερά την ενσώματη ύπαρξη, είναι η ίδια η θηλυκή γλώσσα που μιλούσε η Σουζάνα, γιαγιά των παιδιών μου. Κρητικά στιχάκια, λέξεις, οικογενειακές ιστορίες, διάνθιζαν την ομιλία της, και τη γέμιζαν χυμό από τη λαϊκή κουλτούρα και γέλιο, και σα να ήταν πάντα καλοκαίρι όπως τώρα, όταν καθόμασταν, τότε, στις βεράντες, που φόρτιζαν αισθησιακά μυρωδιές και παιχνιδίσματα σκιάς στο φως, ενώ στο μαρμάρινο τραπέζι έλαμπε το καρπούζι, το αεράκι φυσούσε και κουνούσε τις λευκές διάτρητες κουρτίνες και τα τζιτζίκια λαλούσαν. Χαίρε Σουζάνα, η ζωή της ύλης σε κρατάει κοντά μας».

* Η κ. Τζίνα Σωτηροπούλου είναι αρχιτέκτονας.