ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο τζίτζικας, ο μέρμηγκας και η ευρωπαϊκή ατζέντα

Ο μύθος του τζίτζικα και του μέρμηγκα παίζεται σε πανευρωπαϊκή σκηνή, καθώς οι χώρες της λεγόμενης ολιγαρκούς, φειδωλής ομάδας κρατών αντιστέκονται στους σπάταλους του Νότου. Τέσσερις πλούσιες χώρες του Βορρά, (Αυστρία, Σουηδία, Δανία, Ολλανδία) δεν συμφωνούν στη διανομή επιδοτήσεων από το νέο ευρωπαϊκό Ταμείο Ανάκαμψης, προτιμούν να δοθούν δάνεια. Προφανώς οι χώρες που είναι ήδη υπερχρεωμένες έχουν περιορισμένες δυνατότητες να λάβουν υψηλότερα δάνεια ώστε να χρηματοδοτήσουν την επανεκκίνηση της οικονομίας.

Η όλη υπόθεση είναι σε εκκρεμότητα αλλά είναι λογικό να υποθέσουμε ότι η κατάληξη θα είναι λιγότερο φιλόδοξη από τις αρχικές εξαγγελίες. Είτε τα ποσά που θα διατεθούν θα είναι μικρότερα, είτε μεγαλύτερο μέρος θα είναι με μορφή δανείου αντί επιδοτήσεων, είτε ακόμα και η παροχή επιδοτήσεων θα προϋποθέτει έλεγχο του τρόπου διάθεσής τους. Ισως είναι συνδυασμός όλων αυτών.

Η αντίληψη που προωθούν τα «μυρμήγκια», επειδή εκφράζει τους ψηφοφόρους τους, είναι ότι τα «τζιτζίκια» του Νότου δεν φρόντισαν όπως εκείνοι να έχουν πλεονάσματα και λίγα δάνεια τους καλούς καιρούς και τώρα που ήρθε η πανδημία καλούνται να πληρώσουν οι προνοητικοί…

«Εν μέρει καλά τα λέει ο μύθος», σημειώνει η Κική Δημουλά στο ποίημα «Υπέρ ασωτείας» (Χαίρε Ποτέ, Στιγμή 1989) και συνεχίζει: «Επρεπε να λογικευτούν λίγο τα τζιτζίκια. Να βάλουν στην μπάντα μισό τραγούδι για το κρύο».

Ωστόσο, «έξω απ’ τον χορό καλά τα λέει ο μύθος» σημειώνει η ποιήτρια και το ίδιο ισχύει και για τη διαφορετική διαδρομή του μοντέλου ανάπτυξης στις χώρες του ευρωπαϊκού Νότου με χαρακτηριστική την περίπτωση της Ελλάδας. Η διαδρομή δεκαετιών διαμόρφωσε το μοντέλο ανάπτυξης που στηρίζεται στην κατανάλωση και είναι προσανατολισμένο στις εισαγωγές, τη μεσολάβηση, σε υπηρεσίες χαμηλού κόστους, στον δημόσιο τομέα με το κατασκευαστικό έργο και τις κοινωνικές δαπάνες.

Αν υπάρχει ένα θετικό αποτέλεσμα από την πανευρωπαϊκή συζήτηση είναι ότι ανέδειξε στην ατζέντα του διαλόγου ένα από τα βασικά ερωτήματα: Τι είδους ανάπτυξη θέλουμε. Ευτυχώς η κυβέρνηση υπογράμμισε το ερώτημα, ζητώντας από την Επιτροπή Πισσαρίδη απάντηση. Πριν από αυτήν όμως, η πραγματικότητα που αλλάζει ταχύτερα απ’ ό,τι μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε, δίνει απαντήσεις.

Μεγάλες διεθνείς εταιρείες επιλέγουν την Ελλάδα για να εγκαταστήσουν εργαστήρια ερευνών, κέντρα παραγωγής λογισμικού, κέντρα κόστους. Αξιοποιούν το εγχώριο επιστημονικό δυναμικό με κόστος μικρότερο από τις μεγάλες αγορές και δεσμεύουν μεγαλύτερο χρονικό διάστημα περιζήτητους μηχανικούς απ’ ό,τι στον ανεπτυγμένο κόσμο.

Επιπλέον, υπάρχουν μικρές εταιρείες τεχνολογίας, όχι πάρα πολλές ακόμα, οι οποίες έχουν έδρα των δραστηριοτήτων τους κάπου στο εξωτερικό, αλλά το τμήμα έρευνας, παραγωγής και δοκιμών της τεχνολογίας βρίσκεται στην Ελλάδα. Το μοντέλο φαίνεται να δουλεύει, καθώς έχοντας έδρα άλλη χώρα αποφεύγουν τη βαριά φορολογία, τη γραφειοκρατία, την αναιμική κεφαλαιαγορά, την έλλειψη πρόσβασης σε μεγάλες αγορές και όλα όσα εμποδίζουν την ανάπτυξη. Εχοντας στην Ελλάδα το κέντρο έρευνας και την παραγωγή τεχνολογικών λύσεων, αξιοποιούν τα «φυσικά» πλεονεκτήματα που προσφέρει.

Προφανώς θα ήταν καλύτερο να είχαν έδρα στη χώρα και οι εταιρείες αυτές, αλλά αυτό ακριβώς είναι υποθέτουμε η κυβερνητική ατζέντα για τις μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται στην εκπαίδευση, τη Δικαιοσύνη, την εξάλειψη των ολιγοπωλίων, την εξωστρέφεια και ενίσχυση της παραγωγής κάθε είδους από εμπορεύματα έως προϊόντα τεχνολογίας και διανοητική περιουσία.

«Δεν αποταμιεύεται η ένταση» ξεκαθαρίζει η Κ. Δημουλά, που θα συνιστούσε δράση «πριν την σύρουν τροφή στην φωλιά τους, κάτι τομάρια ευαυτούλικα μερμήγκια».