ΑΠΟΨΕΙΣ

Περί διαδηλώσεων, περί ανεργίας

Την περασμένη Τετάρτη σχολιάσαμε τα του «Μεγάλου Περιπάτου». Οι αναφορές στο πόσο συχνά κλείνει το κέντρο της πόλης υπονοούσαν ένα άλλο μεγάλο πρόβλημα το οποίο δεν θίχτηκε εξαιτίας της έλλειψης χώρου: τις πορείες, τις διαδηλώσεις και το αμφιλεγόμενο σχετικό νομοσχέδιο της κυβέρνησης. Η συζήτηση έχει φουντώσει, ξέσπασαν και επεισόδια, αναμενόμενα όλα, καθώς είναι ένα ζήτημα που προσκρούει πάνω σε συλλογικά σύνδρομα δεκαετιών.

Οι μεν δεξιοί, κεντρώοι, κεντροαριστεροί με πιο συντηρητικές ή φιλελεύθερες ροπές, αισθάνονται μια εκ προοιμίου αποστροφή προς τις πορείες (κάποιοι έχουν δικαιολογημένα εξαντληθεί από τη συχνότητά τους). Οι δε αριστεροί τις αντιμετωπίζουν ως κάτι ιερό και όσιο, ταμπού που δεν πρέπει επ’ ουδενί να παραβιάζεται.
Προσωπικά δεν θα ήθελα να ζω σε μια χώρα όπου απαγορεύεται οριζοντίως κάθε πολιτική, κοινωνική διαμαρτυρία.

Την ίδια στιγμή, δεν μπορώ να υποφέρω αυτή την ασυδοσία που οδηγεί σε διαρκή, μόνιμη παράλυση του κέντρου. Δεν είναι η γκρίνια ενός «βολεμένου νοικοκυραίου» αλλά ενός ανθρώπου που προσπαθεί να βιοποριστεί. Είναι επίσης η εύλογη αγανάκτηση ενός πολίτη –πολλών πολιτών μάλλον– απέναντι σε μια βιοτεχνία διαδηλώσεων που έχει στηθεί τις τελευταίες δεκαετίες – και μιλώ και για τα προ μνημονίων και κρίσης χρόνια: η αυθαιρεσία του άκρατου και άκριτου «δικαιωματισμού» ήταν εδώ πολύ πριν την άνω και κάτω πλατεία, πολύ πριν τον Δεκέμβριο του 2008.

Κατανοώ πλήρως τη σημασία που δίνεται στο συμβολικό φορτίο της κοινωνικής και πολιτικής διαμαρτυρίας. Οσο περνούν τα χρόνια τείνουμε να ξεχάσουμε τι σημαίνει περιορισμός της δημοκρατίας. Οπως ξεχνιέται διεθνώς η φρίκη του πολέμου και του φασισμού, έτσι ξεχνούμε στην Ελλάδα τον αυταρχισμό που προϋποθέτει ένα σκοταδιστικό δικτατορικό καθεστώς. Στην Ελλάδα του 2020 βεβαίως δεν μιλάμε για κάτι τέτοιο εκτός κι αν υποκύψουμε στο γραφικό αφήγημα των δεξιοαριστερών «Αγανακτισμένων» του 2011.

Το πρόβλημα είναι ότι συχνά η εκάστοτε πορεία που κλείνει το κέντρο έχει καταντήσει αυτόνομη βιοτεχνία της συνδικαλιστικής συντεχνίας, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων.

Δεν είμαι ειδικός επί της νομοθεσίας και δεν είμαι σε θέση να κρίνω το συγκεκριμένο νομοσχέδιο. Ομολογώ πως δεν ξέρω πώς θα εφαρμόσει ορθά αυτή τη νομοθεσία η κυβέρνηση. Κάποια κυβέρνηση όμως έπρεπε επιτέλους να θέσει το ζήτημα αυτό.

Παράλληλα, δεν πρέπει να λησμονούμε και το εξής: δεν έχει κανένας το δικαίωμα να βάλει στο ίδιο σακί με τους «επαγγελματίες δικαιωματιστές» και τους βάνδαλους, όλον αυτό τον κόσμο που παραμένει άνεργος.

Υπάρχει ανεργία, υπάρχει κακοπληρωμένη εργασία, κακοπληρωμένη απασχόληση, ανασφάλιστη εργασία, μισθοί και αμοιβές κυριολεκτικά «της πλάκας», υπάρχει κοινωνική και εργασιακή αδικία, υπάρχει ένα έντονο αίσθημα αδιεξόδου, έλλειψη προοπτικής.

Μαζί με την αναγκαία κανονικότητα στην καθημερινή ζωή της πόλης, η κυβέρνηση οφείλει να φροντίσει με όλες της τις δυνάμεις και το άλλο τεράστιο κοινωνικό ζήτημα. Δεν θα λυθεί τίποτα με τη δημιουργία επιχειρήσεων με μισθούς των 500-600 ευρώ – στην καλύτερη περίπτωση.