ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

Γιώργος Παπανδρέου: Το βάρος των εικονισμάτων

prosopa-tis-evdomadas0Ας πούμε ότι αντιστέκεται κανείς στις χαρακτηρολογικές ερμηνείες. Ας πούμε ότι κλείνει τα αυτιά του σε όσους έχουν καταλήξει να εξηγούν τον Γιώργο Παπανδρέου μόνο με όρους ιδιοσυγκρασιακούς, απορρίπτοντας τα παραπολιτικά σενάρια μεγαλεπήβολων στροβιλισμών που του αποδίδονται κάθε φορά που επιλέγει να διακόψει την αποζημιούμενη ιδιωτεία του.

Ακόμη κι έτσι όμως, αναγνωρίζοντάς του τις ελαφρότερες των προθέσεων, το βάρος του αποτελέσματος δεν αλλάζει: Ο πρώην πρωθυπουργός επιδεινώνει την αμφιταλάντευση του κόμματος, το οποίο ο ίδιος είχε κάποτε διασπάσει και το οποίο ακόμη προσπαθεί να αποφύγει την έκλειψή του από τον ΣΥΡΙΖΑ.

Πού θα έπρεπε να αναζητήσει το ΚΙΝΑΛ το έδαφος για την επιβίωσή του; Σε τίνος είδους αντιπολίτευση; Την εποικοδομητική, που δοκίμασε στο νομοσχέδιο για τις διαδηλώσεις, αλλά κινδυνεύει να παρεξηγηθεί ως «φιλομητσοτακική»; Ή τη χουντόστομη, που καταγγέλλει τη Δεξιά, αλλά ταυτίζει το ΚΙΝΑΛ με τον ΣΥΡΙΖΑ;
Μια γρήγορη απάντηση παίρνει κανείς αν διαβάσει τις δημοσκοπήσεις – όλες τις δημοσκοπήσεις. Αυτό που ονομάζεται «κυριαρχία Μητσοτάκη» δεν έχει μόνο προσωποπαγείς αιτίες. Εχει κυρίως πολιτικά ερείσματα. Ο απεικονιζόμενος ως κυρίαρχος έχει κατορθώσει να εκπροσωπεί πλειοψηφικά κοινωνικά αιτήματα – αν δεν έχει κατορθώσει κιόλας να ενσαρκώνει ένα πολιτικό υπόδειγμα που συνδυάζει την τεχνοκρατική επάρκεια με τη μετριοπάθεια. Συνθηματικά αυτό λέγεται «ο Μητσοτάκης έχει πάρει το Κέντρο». Στην πραγματικότητα, βρήκε ήδη ένα ρεύμα, διαμορφωμένο από ώριμες μεταπολιτευτικές προσδοκίες και νωπές λαϊκιστικές διαψεύσεις, και του έδωσε φωνή.

Οι διαδηλώσεις είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα. Είχε ήδη διαμορφωθεί ο κοινός τόπος ότι οι διαμαρτυρόμενες υπερμειοψηφίες δεν μπορούσαν άλλο να ασκούν καταχρηστικά, χωρίς περιορισμούς, το δικαίωμά τους εις βάρος της πλειοψηφίας.

Το ερώτημα για την αντιπολίτευση είναι λοιπόν απλό: Θα αφήσει στον Μητσοτάκη το μονοπώλιο της εκπροσώπησης του Κέντρου; Ή θα προσπαθήσει να τον ανταγωνιστεί σε αυτό το τερέν – της κοινής λογικής; Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει απαντήσει σε αυτό το ερώτημα αντιτάσσοντας τα εξαπτέρυγα του παλαιοπασοκισμού. Το ΚΙΝΑΛ έδειξε τις προηγούμενες ημέρες στη Βουλή ότι μπορεί να αρθρώσει μια πιο σύνθετη απάντηση στο δίλημμα. Εδειξε τουλάχιστον να έχει διαβάσει τα ποσοστά αποδοχής που απολαμβάνει η κυβέρνηση μεταξύ των δικών του ψηφοφόρων.

Το ότι ο ΓΑΠ αψηφάει αυτή την πραγματικότητα δεν είναι, βέβαια, έκπληξη. Ο πρώην πρωθυπουργός επιζεί πολιτικά σαν εικόνισμα. Και τα εικονίσματα δεν χρειάζεται να επικοινωνούν με τα κόμματα στα οποία κάθε φορά επιβαίνουν.

Αννα Ελεφάντη: Χρονιά του σκαντζόχοιρου

prosopa-tis-evdomadas2Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν δείχνει το πρόσωπό του. Τον τελευταίο χρόνο, όποτε θέλησε να δια-φημιστεί, επιστράτευσε επαγγελματία: την ηθοποιό –και, παρεμπιπτόντως, πολιτεύτριά του– Αννα Ελεφάντη.

Ο ρόλος που υποδύεται στην αντιπολιτευτική καμπάνια του ΣΥΡΙΖΑ η Ελεφάντη έχει ωριμάσει. Από την καταγγελία με τόνους ειρωνείας, πέρασε στη σκέτη ειρωνεία, όπου η καταγγελία προκύπτει μόνο ως υπαινιγμός. Η ηθοποιός πια παίζει, αυτοσκηνοθετούμενη, μόνο την ξανθιά δημοσιογράφο. Ετσι παρενσαρκώνει (ενσαρκώνει κατά λάθος) και την ιδέα που έχει το κόμμα για τους αντιπάλους του. Παραδηλώνει την εμμονή του ΣΥΡΙΖΑ με τα media και τον ιδεασμό του ότι βρίσκεται διαρκώς περικυκλωμένος από μια προπαγανδιστική συνωμοσία.

Ο παγερός σαρκασμός με τον οποίο η περσόνα της Ελεφάντη επιχειρεί να τρολάρει την κυβέρνηση αντανακλά το ύφος της εξουσίας όπως τη φαντάζεται ο ΣΥΡΙΖΑ – και όπως εντέλει προσπάθησε και ο ίδιος να την ασκήσει. Την εξουσία ή θα την ασκήσεις κυνικά ή δεν θα αξιωθείς ποτέ να την ασκήσεις: Αυτήν την υποσυνείδητη πίστη εκφράζει και ο εκπρόσωπος του μαγαζιού όταν ακούγεται να λέει με έπαρση στον συνομιλητή του ότι «εντάξει, δεν είμαι αφελής». Αριστεροί είμαστε. Οχι αφελείς.

Ο ΣΥΡΙΖΑ που, αντί για το δικό του πρόσωπο, διαφημίζεται με το προσωπείο μιας εξουσίας την οποία μισούσε όσο μιμούνταν, έχει τον πρώτο μετεκλογικό χρόνο καταγάγει ένα σπάνιο «επίτευγμα»: Φθείρεται περισσότερο ως αντιπολίτευση, απ’ ό,τι φθειρόταν ως κυβέρνηση.

Οι τέσσερις μονάδες που έχασε κυβερνώντας (από το 35,46% του Σεπτεμβρίου του 2015 στο 31,5% του Ιουλίου του 2019) θα μπορούσαν να συγκριθούν με τις επιπλέον επτά που έχασε μετεκλογικά (24% του δίνει με αναγωγή η τελευταία δημοσκόπηση της Pulse). Δεν χρειάζεται όμως να συγκρίνουμε πραγματικές κάλπες με δημοσκοπήσεις. Η φθορά του ΣΥΡΙΖΑ προκύπτει και από το γεγονός ότι, φοβούμενος τα χειρότερα, επέλεξε να τυλιχτεί γύρω από το πιο φθαρμένο πρόσωπο της διακυβέρνησής του. Από τον Παππά του ΣΥΡΙΖΑ το βάρος μεταφέρεται στον ΣΥΡΙΖΑ του Παππά.

Η άμυνα αυτή –«όλοι για έναν»– δεν τραυματίζει το κόμμα μόνο στο επίπεδο των εντυπώσεων. Δεν καθιστά συλλογική μόνο την ενοχή. Συμπαρασύρει και την αξιωματική αντιπολίτευση σε μια όξινη ρητορική, που την απομακρύνει από το Κέντρο. Ο ΣΥΡΙΖΑ που, για να συσπειρωθεί γύρω από τον Παππά, αφυπνίζει τα αντανακλαστικά του πιο ακραίου κομματικού σοβινισμού γίνεται έτσι ολοένα και περισσότερο το προϊόν που ο ψηφοφόρος απέρριψε πριν από ένα χρόνο. Γίνεται ένα κόμμα-σκαντζόχοιρος. Κρύβει το πρόσωπό του. Και βάφει τα αγκάθια του ξανθά.