ΑΠΟΨΕΙΣ

Και τώρα, μηδενική ανοχή

Το πρώτο βήμα έγινε: την περασμένη Πέμπτη, η Βουλή υπερψήφισε το νομοσχέδιο για τις δημόσιες συναθροίσεις με 187 ψήφους έναντι 101 κατά. Για όσους τουλάχιστον έχουμε ζήσει τη Μεταπολίτευση, αυτό που επετεύχθη δεν ήταν καθόλου μικρή υπόθεση, επειδή διεκπεραιώθηκε με σχετική ευκολία. Ηταν, αν μου επιτρέπετε να δανειστώ από την ποιητική της Αριστεράς, «τέκνο της ανάγκης κι ώριμο τέκνο της οργής». Της ανάγκης να απαλλαγεί το κέντρο από τη μάστιγα της εξουσίας των δήθεν αντιεξουσιαστών και της οργής του κόσμου για τη χρόνια ασυδοσία, που είχε γίνει καθεστώς.

Δεν έχω να παραθέσω κανένα επιχείρημα υπέρ του νέου νόμου, διότι δεν χρειάζεται – είναι ταπεινωτικό και γελοίο να πρέπει να επιχειρηματολογήσεις υπέρ του αυτονόητου. Σημασία έχει ότι έγινε· και μάλιστα, έγινε από μια κοινοβουλευτική πλειοψηφία ως επί το πλείστον κεντρώα στον προσανατολισμό της, αν συνυπολογίσουμε τη θετική στάση του ΠΑΣΟΚ. (Εξαιρουμένων, βεβαίως, των θλιβερών, αριστερών συνιστωσών του…) Το γεγονός ότι, επιτέλους, πέρασε ένας τέτοιος νόμος, που κατάφερε να συνασπίσει ένα μέτωπο κοινής λογικής εναντίον μια ακραίας Αριστεράς, η οποία υπερασπίζεται το δήθεν δημοκρατικό κεκτημένο της στην καταστροφή της περιουσίας των άλλων, είναι βήμα ωριμότητας για τη δημοκρατία μας.

Ωστόσο, να μείνω για λίγο στην ευκολία με την οποία διεκπεραιώθηκε το εγχείρημα, διότι η αγνωμοσύνη είναι αθλιότητα, ακόμη και όταν εκδηλώνεται προς αντιπάλους. Σε αυτό το λαμπρό αποτέλεσμα, συνέβαλε τα μέγιστα ο ΣΥΡΙΖΑ, εντός Βουλής, καθώς και οι φίλοι και προστατευόμενοί του, εκτός Βουλής. Κανένα επιχείρημα υπέρ της αναγκαιότητας του νόμου δεν ήταν ισχυρότερο και πειστικότερο από τις ιδεοληπτικές ανοησίες που διατύπωναν οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ, μα κυρίως από την καταστροφική δράση των αναρχικών στην πλατεία και στους γύρω δρόμους. Ως προς το τελευταίο, ακόμη και ο ΣΥΡΙΖΑ το κατάλαβε, γι’ αυτό και έσπευσε να αποδώσει την ευθύνη σε δήθεν προβοκάτορες που δρούσαν υπό τη δήθεν καθοδήγηση της αστυνομίας.

Εχει σημασία ότι κατέφυγαν σε αυτό το επιχείρημα, διότι συνιστά υποχώρησή τους από την πραγματικότητα. Τουλάχιστον δέκα χρόνια και βάλε, είχαμε να ακούσουμε για «προβοκάτορες της αστυνομίας», διότι η ύπαρξη της κατάστασης είχε γίνει αποδεκτή από όλους. Οι κρίσεις μας μπορεί να διέφεραν, μπορεί επίσης οι μεν να τους ονόμαζαν έτσι και οι δε αλλιώς, όλοι όμως αναγνώριζαν την ύπαρξη των «παιδιών», ανεξαρτήτως του πώς τα ονόμαζαν. Αλλωστε, από το 2008 ο ΣΥΡΙΖΑ τα χρησιμοποιούσε μεθοδικά για την άνοδο προς την εξουσία και ως κυβέρνηση τα προστάτευσε σκανδαλωδώς. (Δεν μπορούσε να τους λέει προβοκάτορες, όταν οι ίδιοι ήλεγχαν την αστυνομία, με τον αρχηγό της να διαπρέπει ως χειροκροτητής στις προεκλογικές ομιλίες…) Δεν είναι, λοιπόν, κωμικό να επιστρέφει τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ στη δεκαετία του 1980 και στα φαντάσματά της; Σίγουρα, πάντως, είναι ένδειξη αδυναμίας να τα βγάλει πέρα με την πραγματικότητα. Ισως και ένδειξη αυτοκαταστροφικών τάσεων – και δεν το λέω αυτό με ανησυχία, αλλά με ελπίδα.

Το πλεονέκτημα της κυβέρνησης στην υπόθεση αυτή είναι ότι μάχεται από τη θέση του Κέντρου, με αποτέλεσμα η αντιπολίτευση να συσπειρώνει τους πραγματικά ακραίους ή και τους κουτούς, όπως είδαμε να συμβαίνει στην ψηφοφορία. Οι επιπτώσεις φάνηκαν στην περίπτωση του ΠΑΣΟΚΙΝΑΛ, με την κατ’ ουσίαν διάσπασή του σε κεντροαριστερούς και σαχλοαριστερούς, που ίσως βαυκαλίζονται με την ιδέα ότι μπορούν να προσελκύσουν τους δυσαρεστημένους ψηφοφόρους του ΣΥΡΙΖΑ – πρόκειται, δηλαδή, για τους συντηρητικούς πασόκους, που θέλουν το κίνημα μαζικό και λαϊκίστικο κατά τα πρότυπα των φρικαλέων eighties.

Το πρώτο βήμα ήταν σημαντικό, το δυσκολότερο, όμως, είναι εκείνο που ακολουθεί την ψήφιση του νόμου και από το οποίο θα κριθεί εντέλει η αξία του νόμου: η εφαρμογή του. Αφού λοιπόν αποκτήσαμε νόμο, η μηδενική ανοχή στην καταστρατήγησή του είναι ο μόνος δρόμος που οδηγεί μπροστά. Η συγκυρία είναι ευτυχής, διότι μεσολαβούν οι διακοπές και κανείς δεν σέβεται περισσότερο τις διακοπές ως αξία και ιδεώδες όσο ο ΣΥΡΙΖΑ και οι αναρχικοί. Αυτό δίνει το χρονικό περιθώριο στην αστυνομία να εκπαιδευθεί πάνω στην εφαρμογή του νόμου, διότι η νέα σεζόν θα είναι θερμή.

Modest proposal

Αφού οι Αιγύπτιοι είναι φίλοι μας, αφού διαβάζουμε με τον ίδιο τρόπο την πραγματικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, αφού και οι δύο ομνύουμε στο Διεθνές Δίκαιο, ας μου επιτραπεί να θέσω ένα εύλογο, νομίζω, ερώτημα: Γιατί παιδευόμαστε (ματαίως, δεν αμφιβάλλω) να τους πείσουμε στη σύναψη μερικής συμφωνίας για την ΑΟΖ (χωρίς Καστελλόριζο, Ρόδο και άλλα με τα οποία έχουν πρόβλημα), αντί να τους προτείνουμε να πάμε από κοινού στη Χάγη;