ΑΠΟΨΕΙΣ

Ευάγγελος Αποστολάκης: Αναπάντητες

Ευάγγελος Αποστολάκης: Αναπάντητες

Τι ξέραμε τη νύχτα της 15ης Ιουλίου του 2016; Ξέραμε ποιοι ήταν οι οκτώ που επέβαιναν στο τουρκικό ελικόπτερο; Ξέραμε αν είναι αθώοι φυγάδες ή στυγνοί πραξικοπηματίες; Ξέραμε μήπως την έκβαση του πραξικοπήματος – την εκμετάλλευσή του από τον νικητή για την καθεστωτική μετάλλαξη της Τουρκίας;

Με τα αβέβαια κριτήρια εκείνης της αξημέρωτης νύχτας, ο Ελληνας αρχηγός των Ενόπλων Δυνάμεων θα μπορούσε να ετοιμάζεται για μια γρήγορη επισκευή – «να του βάλουμε καύσιμα» και να πάει από εκεί όπου ήρθε.

Τέσσερα χρόνια μετά, όμως, ποια σκοπιμότητα εξυπηρετεί η παραδοχή του ναυάρχου Ευάγγελου Αποστολάκη ότι ήμασταν έτοιμοι να στείλουμε πακέτο πίσω τους οκτώ Τούρκους αξιωματικούς, αλλά καθυστερήσαμε; Καθυστερήσαμε και, όπως είπε, «μπήκε στη μέση η Δικαιοσύνη».

Η εξομολόγηση αντηχεί τουλάχιστον αλλόκοτη μέσα στα σημερινά συμφραζόμενα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Εμείς ήμασταν πρόθυμοι, αλλά εκείνοι δεν σήκωναν το τηλέφωνο.

Η ομολογία φαίνεται διπλά αψήφιστη, αν αναλογιστεί κανείς τι έχουν υποστεί από το ερντογανικό κράτος οι χιλιάδες αυθαιρέτως σεσημασμένοι ως «γκιουλενιστές», που δεν είχαν την τύχη των οκτώ· που η απόταξη και η δίωξή τους αποφασίστηκαν ανεξαρτήτως από τις αναπάντητες κλήσεις του Αποστολάκη στον Ακάρ.

Η αξίωση να συμμορφώνεται η εξωτερική πολιτική της χώρας με το θεσμικό της κεκτημένο αντιμετωπίζεται από πολλούς ως περιττός και επιζήμιος ιδεαλισμός. Λένε ότι το εθνικό συμφέρον απαιτεί συχνά πράγματα που γίνονται χωρίς να λέγονται.

Ομως, όταν αυτή η αμφιταλάντευση εκδηλώνεται δημόσια, πώς ωφελεί το κύρος της χώρας; Ποια υπηρεσία προσφέρει στην αξιοπιστία –για να μην πούμε στο γόητρο– της ελληνικής πολιτείας ο πρώην εκπρόσωπός της όταν εμφανίζει ως σχετικό και ανταλλάξιμο το κράτος δικαίου – αν δεν εκφράζει κιόλας τη δυσφορία του επειδή «μπήκε στη μέση»;

Ακόμη και αν η επίκληση του Συντάγματος ακούγεται σε κάποιους άσχετη με τη διαχείριση διπλωματικών και στρατιωτικών κρίσεων, έχει πάψει να είναι άσχετη στην περίπτωση των «8».

Εχει πάψει το θέμα να είναι μόνο θεσμικό, από τη στιγμή που ο Ερντογάν έχει απαιτήσει επίμονα και ενίοτε με εκβιαστικό ύφος από την Ελλάδα να αθετήσει τις διεθνείς συνθήκες και το Σύνταγμά της για να ικανοποιήσει εκείνος τις ρεβανσιστικές διαθέσεις του.

Δεν είναι όμως μόνο οι «8». Δοκιμάζοντας διαρκώς τα όρια, ο Ερντογάν επιβεβαιώνει ότι η θεσμική ταυτότητα μιας χώρας δεν μπορεί να μην έχει καθοριστικό ρόλο στην εξωτερική της πολιτική.

Για μια υβριδική «δημοκρατορία» όπως αυτή της Αγκυρας, είναι πολύ εύκολο να επικαλείται τον ανθρωπισμό την ώρα που χρησιμοποιεί ανθρώπους ως πιόνια στρατηγικής, όπως έκανε στον Εβρο. Είναι εξίσου εύκολο με το να επικαλείται συμφωνίες που έχουν εκμαιευθεί με αντάλλαγμα την ένοπλη επέμβαση σε έναν εκκρεμή εμφύλιο.

Ο Ερντογάν χρησιμοποιεί το «δίκαιο» μόνον ως όπλο. Και στο θέμα των «8» και στον Εβρο, η Ελλάδα δεν υπέκυψε στον εκβιασμό – και δικαιώθηκε. Επικράτησε. Δεν χρειάζεται τώρα να υπονομεύει αναδρομικά τις επιτυχίες της.