ΑΠΟΨΕΙΣ

Πρόσωπα της εβδομάδας

Μεβλούτ Τσαβούσογλου: Ενας Εβρος στη θάλασσα

prosopa-tis-evdomadas0Μιλάμε ή δεν μιλάμε με τους Τούρκους; Το ερώτημα έχει απορροφήσει όλη την ενέργεια του εσωτερικού διαλόγου για την εξωτερική πολιτική. Ο «διάλογος» χρησιμοποιείται εδώ ως ακραία καλλωπιστικός ευφημισμός. Στην πραγματικότητα, εκτυλίσσεται μια ανοιχτή ελληνο-ελληνική αντιπαράθεση, που ναρκοθετεί προληπτικά τη διαχείριση των ελληνοτουρκικών, εγκλωβίζοντάς τη σε παλιά ταμπού.

Στο ερώτημα «μιλάμε ή δεν μιλάμε;» έδωσε, ευτυχώς, μια ωμή απάντηση ο Μεβλούτ Τσαβούσογλου. Η σπουδή του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών να μπαζώσει τη μόνη χαραμάδα διμερούς επικοινωνίας, που μόλις είχε ανοίξει, έδειξε πόσο παρωχημένες είναι πια οι προσεγγίσεις, πίσω από τις οποίες στοιχίζονται τα στρατόπεδα στην Ελλάδα.

Ο Τσαβούσογλου με τη στάση του επιβεβαίωσε ότι η ερντογανική Τουρκία δεν μιλάει με κανέναν – εκτός εάν εξαναγκαστεί. Η πρόσφατη εμπειρία δείχνει κάτι ακόμη χειρότερο: Ακόμη κι όταν βρεις μοχλό καταναγκασμού, αυτός δεν οδηγεί σε καταλλαγή, αλλά σε πρόσκαιρη de facto αναχαίτιση. Σε μη πόλεμο.

Αυτό είναι το δίδαγμα του Εβρου. Η κρίση δεν εκτονώθηκε με κάποιας μορφής επικοινωνία. Ο Ερντογάν βρήκε απλώς τοίχο. Το βραχυπρόθεσμο ερώτημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική είναι πώς μπορεί να ορθωθεί τοίχος και στη θάλασσα.

Η ωμή απάντηση που δίνει το ένα ρεύμα είναι ότι το τείχος ήδη υπάρχει: Είναι οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις, που θα τους βουλιάξουν ή θα τους κάψουν. Πρόκειται για τη γραμμή που οδηγεί έτσι κατευθείαν στην κατάληξη την οποία φαίνεται να επιδιώκει η άλλη πλευρά· η γραμμή που εισηγείται ότι θα αντιμετωπίσουμε τάχα την Τουρκία, αν παίξουμε με τους όρους της.

Η εναλλακτική απάντηση αρχίζει να διαμορφώνεται στην πράξη. Το τείχος της αναχαίτισης δεν μπορεί παρά να είναι συμμαχικό. Ναι, κανείς δεν θα πολεμήσει για εμάς. Αλλά ο σκοπός είναι να μη χρειαστεί να πολεμήσουμε ούτε εμείς για εμάς. Ο ελάχιστος, εφικτός σκοπός είναι να καταστεί για την Τουρκία πιο επιζήμια η δραστήρια από την αδρανή επιθετικότητα – από την επιθετικότητα που εκδηλώνεται μόνο φραστικά και συμβολικά.

Μπορεί η Ευρώπη να αργεί. Αλλά, ευτυχώς, ο Ερντογάν κάνει τα πάντα για να την αφυπνίσει. Ο Εβρος, η Λιβύη, η Αγία Σοφία συνιστούν μια αλυσίδα ενεργειών, διά των οποίων το καθεστώς της Αγκυρας αυτοπροσδιορίζεται ως στρατηγικός κίνδυνος για την Ευρώπη. Αποστολή της ελληνικής διπλωματίας είναι να συστήνει τον κοινό αντίπαλο ακόμη και σε αυτούς που δυσκολεύονται να τον αναγνωρίσουν.

Οσοι ασυναίσθητα θαυμάζουν τον Ερντογάν δεν το βλέπουν. Αλλά η υπερεπίδειξη της εικαζόμενης δύναμής του μπορεί να αποβεί αυτοϋπονομευτική. Αρκεί να δείξουμε κι εμείς ευφυΐα στην υπονόμευση.

Ελένη Τουλουπάκη: Τα παιδιά της Θέμιδος

prosopa-tis-evdomadas2Η εικόνα φαίνεται παράδοξη. Η αντιπολίτευση και τα ΜΜΕ της προβάλλουν πολύ περισσότερο το πόρισμα κατά του Δημήτρη Παπαγγελόπουλου και τη δίωξη κατά της Ελένης Τουλουπάκη. Θα περίμενε κανείς ότι οι επισπεύδοντες, που υποτίθεται ότι επιθυμούν να ποινικοποιήσουν τη δημόσια ζωή, θα σήκωναν το θέμα. Συμβαίνει το αντίθετο.

Πίσω από αυτό το σημειολογικό ίχνος μπορεί να κρύβεται η πολιτική ουσία αυτής της πικρής ιστορίας. Οι ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ και οι αφανείς τους σύμμαχοι, στους οποίους ανετέθη και η διεύθυνση της (παρα)ποινικής εκστρατείας, είχαν ως καθοδηγητικό δόγμα την πίστη ότι οι αντίπαλοί τους ήταν διεφθαρμένοι. Μη νόμιμοι. Ηταν αυτοί που υπέγραφαν υποτελώς τα πάντα «επειδή τους κρατούσαν οι Γερμανοί με τη Siemens» – η πέμπτη φάλαγγα της τρόικας. Ηταν οι ληστές με τις λίστες και τις οφσόρ.

Πάνω σε αυτήν τη διαβρωτική για τη λειτουργία της δημοκρατίας πεποίθηση –ότι οι άλλοι δεν είναι απλώς πολιτικοί αντίπαλοι αλλά φυλακιστέοι εχθροί– οικοδομήθηκε το σύστημα που τώρα αποκαλύπτεται. Και αυτή ακριβώς η πεποίθηση επιβιώνει στον τόνο της αξιωματικής αντιπολίτευσης («την επόμενη φορά θα είναι αλλιώς»)· επιβιώνει όμως και στα ανακοινωθέντα της κατηγορούμενης εισαγγελέως η οποία, αντιδρώντας στη δίωξή της, έχρισε εαυτήν «Διγενή» που μάχεται υπέρ «του πολύπαθου ελληνικού λαού».

Αν λείπει κάτι από την παρούσα κυβέρνηση, είναι αυτή η ανάγκη για αντιπολιτική. Μπορεί ορισμένα από τα θιγόμενα στελέχη της πλειοψηφίας να μην ελέγχουν τα συναισθήματά τους – σε βαθμό που να πανηγυρίζουν δημοσίως για ποινικές εξελίξεις. Κεντρικά, όμως, η κυβέρνηση δεν έχει αφήσει τον έλεγχο των πεπραγμένων των αντιπάλων της να καταλάβει την ατζέντα της. Δεν αντλεί το νόημα της διακυβέρνησης από τις διώξεις, σε αντίθεση με τους προκατόχους της, που δείχνουν ακόμη όμηροι της εχθροπάθειας, την οποία επιχείρησαν να ενσταλάξουν σε όλους τους αρμούς της εξουσίας.

Η αποφυγή της πόλωσης επί του παραδικαστικού δεν έχει σημασία μόνο επειδή επιτρέπει τακτικά στην κυβέρνηση να ριζώσει στο Κέντρο.

Εχει σημασία κυρίως επειδή σπάει τον φαύλο κύκλο του θεσμικού τυχοδιωκτισμού. Τον κύκλο όπου η εξουσία γίνεται κάθε φορά μοχλός πολιτικής αντεκδίκησης στα χέρια του κατόχου της.

Επιχειρησιακά αποτυχημένο και πολιτικά ηττημένο, το σύστημα του παραδικαστικού φτάνει στη Δικαιοσύνη. Ετσι έπρεπε να γίνει. Η κυβέρνηση να κυβερνά. Και η Δικαιοσύνη να δικάζει.

Το τραύμα, άλλωστε, ήταν από την αρχή της Δικαιοσύνης. Πρώην και νυν εισαγγελείς, όσοι κατηγορούνται ότι καταρράκωσαν το κύρος της, είναι παιδιά της.