ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο διάλογος του ξύλου με τη θάλασσα

«Πριν από το “Πέντε”, κανείς δεν θα μπορούσε να με πείσει ότι ένα κομμάτι ξύλου που “παίζει” με τα κύματα μπορεί να διηγηθεί μια ιστορία με αρχή, μέση και τέλος. Οτι υπάρχει εξέλιξη. Ηταν ένα συναίσθημα αποκαλυπτικό και ταυτόχρονα λυτρωτικό. Για εσάς ήταν ένα πείραμα ή γνωρίζατε την επίδραση που θα μπορούσε να ασκήσει στον θεατή;». Θυμήθηκα την ερώτηση-σχόλιο, στη συνέντευξη με τον Ιρανό σκηνοθέτη Αμπάς Κιαροστάμι («Κ», 21/11/2004), όταν ο Ηλίας Μαγκλίνης πρότεινε να αφιερώσουμε στη «θάλασσα» τις σελίδες των «Τεχνών» αυτής της Κυριακής.

Για την ακρίβεια, δεν θυμήθηκα απλώς. Απέκτησα εμμονή με την εικόνα. Η υπαρξιακή σχέση μου με τη θάλασσα, που γίνεται όλο και πιο θεραπευτική αφήνοντας την απόλαυση από το κολύμπι ένα βήμα πίσω, εντοπίστηκε σε αυτό το μονοπλάνο από το «Πέντε» του Κιαροστάμι (πέθανε πριν από τέσσερα χρόνια στα 76 του, αφήνοντας έργο μοναδικό και ανεξίτηλο). Στην ταινία αυτή του 2003, τοποθετεί την κάμερα σε μια ακτή του Ιράν και καταγράφει σε πέντε μονοπλάνα: τα παιχνίδια ενός ξύλου με τα κύματα, διαβάτες να κάνουν τον περίπατό τους στην προκυμαία, μια αγέλη σκύλων, ένα κοπάδι από πάπιες να πηγαινοέρχονται με θόρυβο, πρώτα από τη μια κατεύθυνση, ύστερα από την άλλη, το φεγγάρι να αντανακλάται στο νερό με τη συνοδεία νυχτερινών ήχων. Υστερα η καταιγίδα και, στο τέλος, η αυγή.

Η διάρκεια είναι 75 λεπτά. Το «υλικό» του είναι δεδομένο, εκείνος επιλέγει απλώς τη γωνία λήψης, η ψηφιακή κάμερα και ο χρόνος αναλαμβάνουν τα υπόλοιπα. «O θεατής για μία ώρα, περίπου, γεύεται μια απόλυτα λιτή οπτική εμπειρία, που τον οδηγεί σε μια γαλήνια στοχαστική θεώρηση ζωής». Ετσι έγραφα, τουλάχιστον τότε, στον πρόλογο της συνέντευξης. Σήμερα, θα πρόσθετα «και συντροφική». Το φαινομενικά ασήμαντο που άμα του δώσεις χρόνο και χώρο γίνεται κόσμος ολόκληρος. Ο ίδιος ο δημιουργός είχε επισημάνει ότι «αναζητά τις απλές αλήθειες που κρύβονται πίσω από τα φαινόμενα».

Στην ερώτηση απάντησε ως εξής: «(…) H περιέργεια και η αντίληψη αποτελούν βασικά στοιχεία της νόησης του ανθρώπου. Προκαλώντας, λοιπόν, τη μία, αυτομάτως διεγείρεται και η άλλη πτυχή, με αποτέλεσμα να ωθείται ο θεατής σε βαθύτερη εσωτερική αναζήτηση και αυτογνωσία. Θεωρώ ότι αυτή η προσπάθειά μου αποτελεί σεβασμό στην αντίληψη, αλλά και στα δικαιώματα του θεατή».

Το ακίνητο τοπίο του «Πέντε» δοκίμαζε –τότε, το μακρινό 2003– τα όρια της κινηματογραφικής τέχνης. Ο Κιαροστάμι αναζητούσε το αθέατο στη στατικότητα της επανάληψης (αργότερα διάβασα ότι η ταινία αυτή ήταν φόρος τιμής στον Ιάπωνα σκηνοθέτη Γιασουχίρο Οζου – στη φιλμογραφία έχει καταχωριστεί ως «Five Dedicated to Ozu»), έχοντας ως συμμάχους και συνεργάτες τη γη, τον άνεμο και το νερό. «Δεν μπορώ να πω ότι δημιούργησα αυτήν την ταινία, αλλά μονάχα ότι τη γύρισα· σαν να πούμε πως απήγγειλα ένα ποίημα το οποίο, όμως, είχε ήδη γραφτεί. Δεν δημιούργησα την ταινία, αλλά ήμουν εκεί, για να παρατηρήσω και να κατανοήσω».

Το αφημένο στο κύμα κούτσουρο δεν παραμένει αμετάβλητο. Κόβεται σε δυο κομμάτια, το ένα παραμένει ασταθές στην άμμο, το άλλο καλύπτεται και αποκαλύπτεται από το νερό. Και κάθε φορά, υπάρχει μιαν ανεπαίσθητη αλλαγή. Στον ρυθμό, στη συμπεριφορά, στην αντίδραση του ξύλου. Ενας «διάλογος» πλούσιος και σύνθετος. Ενα ξύλο που χωρίζεται στα δύο, μέσα στη θάλασσα, αποκτά νόημα και γεννάει συναισθήματα. Κάθε βλέμμα γράφει πάνω στην εικόνα και στους ήχους τη δική του ιστορία. Καθώς η μη δράση σε απορροφάει, ο χρόνος μηδενίζεται. Εννοιες όπως το παλιό και το νέο χάνονται, η ροή είναι μια άλλη διάσταση χωρίς ωροδείκτες.

Πότε συμβαίνει αυτό που καταγράφει ο φακός; Πριν από 17, 20, 50 χρόνια, έναν αιώνα, ή τώρα; Η εικόνα δεν έχει ημερομηνία. Ο φυσικός φωτισμός αφήνει να μαντέψεις αν είναι πρωί, μεσημέρι, η βράδυ. Το κύμα είναι ήπιο, δεν έχει τίποτε απειλητικό, η ζωή στην παραλία είναι στοιχειώδης. Είναι μάλλον προχωρημένο φθινόπωρο. Και η κίνηση στην προκυμαία έχει τα χαρακτηριστικά του νερού. Κυλάει, με μικρό ή μεγαλύτερο βηματισμό, έρχεται και παρέρχεται, η θάλασσα, σε λίγα μέτρα απόσταση, ποτέ δεν γίνεται ντεκόρ, όχι γιατί λείπει η δράση μπροστά της αλλά γιατί αυτή υπαγορεύει τους «διαλόγους» και το «σενάριο». Αυτή είναι ο/η δημιουργός. Κλείνεις τα μάτια και είναι παντού.