ΑΠΟΨΕΙΣ

Ο πόνος του μετανάστη

Επειδή σήμερα σας αποχαιρετώ για τις διακοπές μου, μέχρι να συναντηθούμε ξανά στις 23 Αυγούστου, θα ήθελα το τελευταίο σημείωμα της φετινής σεζόν να είναι αφιερωμένο σε κάτι ψυχωφελές και εποικοδομητικό. Κάτι που ελπίζω να σας συγκινήσει, με τον τρόπο εκείνων των συγκινήσεων που αγγίζουν μέσα σας την πηγή της ανθρώπινης συμπόνιας, που μας κάνουν να νιώσουμε τον άλλο και, τελικά, ίσως μας κάνουν και καλύτερους ανθρώπους! (Μέχρι, βεβαίως, να ξεχάσουμε την εμπειρία που μας ταρακούνησε και να γίνουμε ξανά οι ίδιοι…)

Με αυτή την πρόθεση, λοιπόν, σήμερα το θέμα μου θα είναι ο πόνος του μετανάστη. Δύσκολο θέμα, δυσάρεστο και καταθλιπτικό, αλλά γι’ αυτό θα μιλήσω, με τον δικό μου τρόπο. Ολως τυχαίως –συνήθως έτσι συμβαίνουν αυτά– έπεσα πάνω σε συνέντευξη της φλογερής Θεοδώρας Τζάκρη, την οποία θαυμάζω για την εδραία αυτοπεποίθησή της, από την πρώτη της και εξόχως δραματική εμφάνιση στη Βουλή το 2004. (Φορούσε εφαρμοστό φόρεμα με περίτεχνα και αποκαλυπτικά σκισίματα, μολονότι τότε ήταν 15 κιλά βαρύτερη…)

Ερωτηθείσα για το ζήτημα Παππά, η κ. Τζάκρη, με φωνή παλλόμενη από το μένος του αδικημένου, περιέγραψε τη Ν.Δ. ως «το κόμμα-σουπιά», που ακολουθεί «τη γνωστή τακτική της θόλωσης των νερών». Κατά την κ. Τζάκρη, «η οικονομία βυθίζεται και στα ελληνοτουρκικά δεχόμαστε τη μία ήττα πίσω από την άλλη», ενώ συγχρόνως οργιάζει «το παρακράτος των ΜΜΕ, που ελέγχεται αποκλειστικά από το Μαξίμου, μέσα από τις μίζες του κ. Πέτσα». Προκειμένου λοιπόν η κυβέρνηση να κρύψει όλα αυτά, «θυμήθηκαν τον κ. Παππά από το 2016, που είχε βγει να πιει έναν καφέ με έναν δικηγόρο».

Διερωτάται εν συνεχεία η κ. Τζάκρη «ποιο είναι το παρακράτος που παρακολουθεί από το 2016 τον υπουργό Επικρατείας της χώρας μας και τον φωτογραφίζει», για να απαντήσει η ίδια με ένα κρεσέντο αντιδεξιού μένους και ύβρεων: Είναι «το παρακράτος της Δεξιάς»· διαπιστώνει μάλιστα ότι «ο κ. Μητσοτάκης ξεπέρασε σε παρακρατικές μεθοδεύσεις και τον αείμνηστο πατέρα του, που όλοι πιστεύουν ότι ήταν αξεπέραστος πρωταθλητής στην πολιτική αθλιότητα και στο πολιτικό παρακράτος. Φαίνεται, δηλαδή, ότι πήρε τα πολιτικά γονίδια του αειμνήστου και μάλιστα στο ακέραιο».

Η κ. Τζάκρη δεν ανήκει στην κατηγορία εκείνων που θεωρούν, λ.χ., τον αποθανόντα εδώ και δεκαετίες Αλέξανδρο Σβώλο «γνωστό υποστηρικτή του Κυριάκου Μητσοτάκη», όπως μία άλλη βουλευτίνα του ΣΥΡΙΖΑ. Η κ. Τζάκρη έχει αρκετό μυαλό, ώστε και στο ΠΑΣΟΚ να έχει αναρριχηθεί ταχύτατα, αλλά και στον ΣΥΡΙΖΑ να έχει μεταπηδήσει ομαλότατα, όταν το σκάφος του ΠΑΣΟΚ άρχισε να μπατάρει επικίνδυνα. Διετέλεσε μάλιστα και υφυπουργός στις κυβερνήσεις ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ επί 14 μήνες! Εζησε το όνειρο, δηλαδή, γεύθηκε την αληθινή εξουσία.

Με τέτοιες ικανότητες, λοιπόν, είναι δυνατόν να μην καταλαβαίνει η κ. Τζάκρη ότι η βλακεία είναι αποτελεσματική ως όπλο μόνον αν σκοπεύεις να αυτοκτονήσεις; Καταλαβαίνω να μην ντρέπεται και ούτε θα το περίμενα. Αλλά να μην καταλαβαίνει ότι το μίσος, όταν εκφράζεται με τέτοια ωμότητα, είναι σφοδρά απωθητικό; (Και πόσο μάλλον αντιεπικοινωνιακό…)

Τα καταλαβαίνει όλα αυτά, είμαι βέβαιος. Είναι όμως μετανάστρια στον ΣΥΡΙΖΑ η καημένη και φοβάται. Εφυγε από το ΠΑΣΟΚ εξαιτίας της καταστροφής που το έπληξε, προσπάθησε να ενσωματωθεί επί πέντε χρόνια και τώρα φοβάται ότι θα την αφήσουν μόνη, καθώς ο ΣΥΡΙΖΑ επιστρέφει στις ρίζες του. Γι’ αυτό και προσπαθεί, ακόμη και αυτοεξευτελιζόμενη, να αποδείξει τον πατριωτισμό της στη νέα της πατρίδα, η καημένη…

Λουδίτες

Το νομοσχέδιο της Λίνας Μενδώνη, με το οποίο ιδρύεται  το «Κέντρο Πολιτισμού και Δημιουργίας Ακροπόλ», με έδρα το ομώνυμο διατηρητέο κτίριο της Πατησίων, έρχεται να καλύψει ένα κενό στις δραστηριότητες του υπουργείου Πολιτισμού. Κατ’ αρχάς, λόγω του αντικειμένου του, καθώς θα αναπτύσσει οριζόντια δράση στο σύνολο του σύγχρονου πολιτισμού και των δημιουργικών κλάδων. Αυτό σημαίνει, όπως διαβάζω, «όλες οι κλασικές μορφές πολιτισμού αλλά και οι νεότερες και ώς σήμερα εντελώς παραγκωνισμένες από την ελληνική πολιτεία: μόδα, design, φωτογραφία, game designing». Επειτα, για τον λόγο ότι η δομή του εισάγει ένα νέο πρότυπο δημόσιου φορέα, ανοικτού στη συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα και με κοσμοπολίτικο προσανατολισμό. Τέλος, παρότι δεν προβλέπω να εξελιχθεί σε Barbican, ξεκινά με επικεφαλής τον απολύτως κατάλληλο άνθρωπο: τον γενικό γραμματέα του υπουργείου, Νικόλα Γιατρομανωλάκη. Παρ’ όλα αυτά, η αριστερή αντιπολίτευση το καταγγέλλει περίπου ως ξεπούλημα και ιδιωτικοποίηση του πολιτισμού, όταν στην πραγματικότητα είναι μια προσπάθεια εκσυγχρονισμού του κράτους. Θα προτιμούσαν, φαίνεται, να αφεθεί το Ακροπόλ στη μοίρα του, δηλαδή την αναπόφευκτη κατάρρευση, όπως συμβαίνει σε κάθε τι που δεν χρησιμοποιείται. Ο θλιβερός λουδιτισμός αυτού του είδους της τεμπελοαριστεράς, που καταλαβαίνει μόνο από αρμούς της εξουσίας…