ΑΠΟΨΕΙΣ

Εχθρός η ηττοπάθεια

Λένε πως στη μεσαιωνική Ιαπωνία, όταν η χώρα σπαρασσόταν από εμφύλιες διαμάχες, συναντήθηκαν στο πεδίο της μάχης δύο αντίπαλοι στρατοί. Προτού γίνει η παραμικρή κίνηση, οι αρχηγοί της κάθε πλευράς κλείστηκαν μόνοι τους σε μια καλύβα. Δεν είπαν τίποτα παρά μόνον κοιτάχτηκαν στα μάτια.

Κάποτε, ο ένας από τους δύο βγήκε πρώτος, πήρε τον στρατό του και αποχώρησε. Σε αντίθεση με τον αντίπαλό του, είχε αμελήσει το ρητό των σαμουράι: δεν κατεβαίνεις στο πεδίο της μάχης αν δεν έχεις πρώτα νικήσει μέσα σου.

Φοβάμαι πως, παρά την οργή που έχει προκαλέσει η τουρκική στάση (όχι μόνο με τις κινήσεις στο Αιγαίο μα και με το πανηγύρι στην Αγία Σοφία), η αίσθηση στην ελληνική κοινωνία είναι πως αν ένας Ελληνας και ένας Τούρκος βρίσκονταν σε μια τέτοια συνάντηση φονικών βλεμμάτων, αυτός που θα αποχωρούσε πρώτος θα ήταν ο Ελληνας. Αυτή είναι η αίσθηση σε όσους δεν βασίζονται σε «θαύματα της Παναγιάς» και δεν τρέφουν ψευδαισθήσεις εθνικιστικού μεγαλείου.

Ομως άλλο ο ρεαλισμός και άλλο η ηττοπάθεια. Για ορισμένους, η τελευταία οφείλεται στην πολιτική κατευνασμού που έχουν ακολουθήσει οι μεταπολιτευτικές ελληνικές κυβερνήσεις απέναντι στην Τουρκία.

Ταπεινή μου γνώμη, η εξωτερική πολιτική κατευνασμού είναι στοιχείο ενός πολιτισμένου, σύγχρονου κράτους και δεν σχετίζεται με αυτή τη γενικευμένη ηττοπάθεια. Η Ελλάδα ορθώς επένδυσε στις διεθνείς συμμαχίες της. Στο εσωτερικό της όμως, η νοοτροπία ακινησίας που μας διέπει στα οικονομικά, στην πολιτική, στην κοινωνία, μας έφερε σε μια πρωτοφανή, πολλαπλή κρίση, η οποία δεν ήταν δυνατόν να αφήσει ανέπαφο το στράτευμα. Οι νοοτροπίες αγκύλωσης είναι που φέρνουν ηττοπάθεια.

Υπάρχουν φυσικά αξιόμαχες μονάδες, αξιωματικοί με υψηλό φρόνημα. Αλλά με τις εξαιρέσεις δεν γίνεται δουλειά. Και αυτή τη δηλητηριώδη ακινησία δεν την ανατρέπεις σε ένα θερμό επεισόδιο με παραπομπές στον Λεωνίδα ή στους παππούδες που πολέμησαν το 1940. Μην μπερδεύουμε συνθήκες και περιστάσεις, εποχές και ανθρώπους. Τότε, το να πολεμήσει κάποιος ήταν κάτι αυτονόητο. Ευτυχώς, δεν είναι πια. Ούτε μπορούμε να γυρίσουμε πίσω. Επίσης, είμαστε δημοκρατία, όχι ένα στρατοκρατικό,  οπισθοδρομικό καθεστώς όπως η Τουρκία του Ερντογάν.

Αυτές είναι οι κατακτήσεις μας έναντι του κακού, ακίνητου, παθητικού εαυτού μας και έναντι της –αντικειμενικά– πάνοπλης Τουρκίας. Δεν τολμώ να φανταστώ σε πόσο δεινή θέση θα ήταν η Ελλάδα δίχως την Ευρωπαϊκή Ενωση και το ΝΑΤΟ, παρά τα προβλήματά τους, πόσο ευάλωτη και απομονωμένη απέναντι σε έναν γείτονα που κατανοεί τον κόσμο μόνον μέσα από τη βία της ισχύος.

Γι’ αυτό όμως η Ελλάδα χρειάζεται και ισχυρές, σύγχρονες ένοπλες δυνάμεις δίχως δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία. Στις φρεγάτες, στα νησιά, στα πολεμικά αεροσκάφη, βρίσκονται δικά μας παιδιά, επαγγελματίες στρατιωτικοί και κληρωτοί. Αξίζουν κάτι καλύτερο σε υποδομές, οργάνωση, αμοιβές, για όταν χρειαστεί να ρισκάρουν τη ζωή τους για εμάς.