ΑΠΟΨΕΙΣ

Το σχέδιο, οι εναλλακτικές και τα όρια

Και ξαφνικά, ω του θαύματος, εκεί που ήμασταν έτοιμοι για μια ελληνοτουρκική αναμέτρηση στην Ανατολική Μεσόγειο, τα πράγματα ηρέμησαν. Εκεί που περιμέναμε ότι μαζί με τη φιέστα για την Αγία Σοφία ο μεγαλομανής Ερντογάν θα έβγαζε και το σεισμογραφικό του για να εμφανιστεί στους ισλαμικούς πληθυσμούς της περιοχής ότι είναι κυρίαρχος, υπήρξε αποκλιμάκωση έπειτα από ένα τηλεφώνημα της Μέρκελ.

Οποιος έχει την αυταπάτη ότι ο Ερντογάν έβαλε ξαφνικά μυαλό, φοβήθηκε τη Μέρκελ ή και μαζεύτηκε από τα πολεμικά σκάφη μας είναι βαθιά νυχτωμένος.

Ο Ερντογάν, που φιλοδοξεί να γίνει ο νέος Κεμάλ της ισλαμικής Τουρκίας, έχει σχέδιο. Θέλει να διαταράξει τις διαμορφωμένες εδώ και δεκαετίες ισορροπίες και να διεκδικήσει περισσότερα δικαιώματα για γεωτρήσεις.

Γι’ αυτό άλλωστε έχει δημιουργήσει έναν πολύ ισχυρό στρατό (που ήδη πολεμάει στη Συρία και στη Λιβύη), ενώ έχει ξοδέψει πάνω από 1 δισ. δολάρια για να αποκτήσει σκάφη έρευνας. Και βιάζεται. Γιατί τον Ιανουάριο του 2021 ίσως να βρίσκεται στον Λευκό Οίκο κάποιος που δεν θα του κάνει τα χατίρια όπως ο πρόεδρος Τραμπ.

Το είπε, εξάλλου, ξεκάθαρα ο Ερντογάν το Σάββατο. Οτι η Ελλάδα έχει δύο επιλογές, είτε να πληρώσει το τίμημα βγαίνοντας στο πεδίο της μάχης είτε να κάτσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Και προφανώς αυτό που συμφώνησε με τη Μέρκελ ήταν εκείνος να μειώσει την ένταση, με αντάλλαγμα όμως να ασκηθούν πιέσεις στην Ελλάδα για να αρχίσει ελληνοτουρκικός διάλογος.

Μπορούμε να δεχτούμε διάλογο για κυριαρχικά μας δικαιώματα; Οχι ασφαλώς. Αλλά και στη Χάγη αν πηγαίναμε, όπως παγίως ζητάμε, πάλι οι πιθανότητες να μας ικανοποιήσει 100% ένα διαιτητικό δικαστήριο είναι ανύπαρκτες. Η ετυμηγορία του θα ήταν ένας συμβιβασμός. Αρα, πρέπει να δούμε τις εναλλακτικές μας απέναντι σε μια επιθετική και αναθεωρητική Τουρκία. Κάτι που αποφεύγει να κάνει το πολιτικό προσωπικό της χώρας όλα αυτά τα χρόνια και γι’ αυτό δεν υπάρχει κανενός είδους δημόσιος διάλογος για το θέμα.

Για να αντιμετωπίσουμε τις τουρκικές διεκδικήσεις απαιτείται τεράστια διπλωματική προσπάθεια, κινητοποίηση όλων των συμμάχων μας, αλλά και σοβαρή στρατιωτική προετοιμασία. Χρειάζεται, όμως, συγχρόνως να έχουμε αποφασίσει τη στρατηγική και τα όριά μας. Και να έχουμε συμφωνήσει τι θέλουμε να πετύχουμε στο τέλος.