ΑΠΟΨΕΙΣ

Η υπεροπλία (;) της διπλωματίας

Oταν ομιλεί η διπλωματία, τα κανόνια σιωπούν. Μια όχι επαρκής διπλωματική δραστηριότητα, βεβαίως, μπορεί να διατηρεί «αναμμένες» τις πολεμικές μηχανές, αλλά και πάλι, όσο βρίσκεται σε εξέλιξη, τα κανόνια σιωπούν. Και τούτο είναι το εξαιρετικά κρίσιμο: Ομιλούσα, έστω και μη επαρκής, η διπλωματία είναι σαφώς προτιμότερη από τον ήχο έστω και ενός πυροβολισμού. Είναι ο δρόμος της ειρήνης και, ακριβώς γι’ αυτό, δεν (πρέπει να) έχει εναλλακτική.

Oχι μόνο η ελληνική ιστορία, αλλά και το παρόν διεθνές σκηνικό, κοντινό στη γειτονιά μας ή και απομακρυσμένο, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία περί του πολύτιμου της ειρηνικής δράσης.

Στην κλιμακούμενη ελληνοτουρκική κρίση, άπαντες παρατηρούμε τη διπλωματική δραστηριότητα και ελπίζουμε σε αυτήν. Μόνο όσοι «τρέφονται» από φανατισμό και από την ιδέα να γεμίσουν τσέπες και χρηματοκιβώτια από το εμπόριο όπλων, κάτι το οποίο σημαίνει ότι γεμίζουν και φέρετρα, έχουν άλλες σκέψεις και προσδοκίες.

Αυτοί οι τελευταίοι είναι λίγοι. Και ποσοτικά και ποιοτικά, είναι λίγοι. Ωστόσο, έχουν ένα εν δυνάμει πλεονέκτημα: την οιουδήποτε είδους ανεπάρκεια των πολλών. Ειδικότερα δε, την ανεπάρκεια εκείνων οι οποίοι κινούν τα νήματα της διπλωματίας. Εν προκειμένω, δεν χρειάζεται να κάνουν κάτι ιδιαίτερο για να δρομολογήσουν εξελίξεις που να εξυπηρετούν τα εφιαλτικά σχέδιά τους. Γνωρίζουν ότι επαρκεί ένας απλός συνδυασμός: από τη μια του απρόβλεπτου και οργισμένου Ερντογάν και από την άλλη της απώλειας κρίσιμου, για τέτοιες καταστάσεις, χρόνου στα στρατηγεία της διπλωματίας, σε Ευρώπη και ΗΠΑ.

Βεβαίως, κάθε άλλο παρά εύκολα είναι τα πράγματα. Το θέατρο των εξελίξεων είναι σε μη νομικά οριοθετημένη υφαλοκρηπίδα, μακριά από αυτό που λέμε χώρος πλήρους εθνικής κυριαρχίας. Η Ευρώπη έχει  τις γνωστές δομικές αδυναμίες. Οι Ηνωμένες Πολιτείες υπό τον Τραμπ βρίσκονται σε προεκλογική περίοδο. Η δε Τουρκία, χώρα με εξόχως προβληματικό εσωτερικό σκηνικό, αποτελεί ένα κράτος που έχει εμπλοκή σε ευρύτερο των ελληνοτουρκικών σχέσεων διεθνές παιχνίδι, με αιματηρή παρουσία σε Κύπρο, Συρία και Λιβύη.

Τούτων δοθέντων και με τη διεθνή κοινότητα να μη θέλει, ώς τώρα, να αποτελέσει σοβαρό παράγοντα αναχαίτισης της τουρκικής συμπεριφοράς, δεν φαίνεται να απομένει κάτι άλλο, από το να επιδειχθεί μια συμβολική αλλά και –κυρίως– ουσιαστική στήριξη της Ελλάδας. Εκτός από το «όχι στον πόλεμο», υπάρχει το «ναι στην ειρήνη».