ΑΠΟΨΕΙΣ

Αναζήτηση της ειρήνης με ισχυρές Ενοπλες Δυνάμεις

Ως Ελληνες επιλέγουμε πάντα τον δρόμο της ειρήνης. Το δίκαιο ήταν και θα συνεχίσει να είναι η πυξίδα μας. Υπό αυτό το πρίσμα διαχρονικά και διακομματικά εστιάζουμε στη διπλωματία.

Ολοι οι σοβαροί Ελληνες πολιτικοί, όπως και οι διαμορφωτές κοινής γνώμης που πραγματικά επηρεάζουν –όχι μόνο στο εσωτερικό, αλλά και στο εξωτερικό όσους ξένους ασχολούνται με τα ζητήματα που αφορούν την Ελλάδα– ουσιαστικά υποστηρίζουν τον διάλογο και την ειρηνική επίλυση των διαφορών με την Τουρκία. Το αν και πότε θα πρέπει να διεξαχθεί αυτός, και υπό ποία ακριβώς μορφή, έχει να κάνει και με τη συμπεριφορά και τις προθέσεις της εκάστοτε τουρκικής ηγεσίας.

Το σίγουρο είναι ότι βήματα προσέγγισης δεν μπορούν και δεν πρόκειται να γίνουν σε ένα πολεμικό περιβάλλον και υπό το καθεστώς απειλών. Την αυτονόητη αυτή αρχή κατανοούν όσοι τρίτοι ενθαρρύνουν τις δύο πλευρές «να τα βρουν». Θα έπρεπε να την αντιλαμβάνεται και η Αγκυρα. Δυστυχώς, από την άλλη πλευρά του Αιγαίου βομβαρδιζόμαστε συνεχώς με απειλές οι οποίες καθίστανται ακόμη πιο εξοργιστικές από το γεγονός ότι προέρχονται από μια –θεωρητικά– σύμμαχο.

Πιο πρόσφατο παράδειγμα ο εκπρόσωπος του κυβερνώντος κόμματος της Τουρκίας, Ομέρ Τσελίκ, ο οποίος πριν από λίγες ημέρες απείλησε πάλι την Ελλάδα ότι «κάνει παιχνίδια που ξεπερνάνε το μπόι της. Την προειδοποιούμε αυτό το παιχνίδι που πάτε να παίξετε μπορεί να μετατραπεί σε ελληνική τραγωδία».

Από την πλευρά της, η Ελλάδα σε κάθε ευκαιρία διαμηνύει ότι θέλει την ειρηνική συμβίωση. Δεν αποζητά την ένταση, πόσο μάλλον τη σύγκρουση. Είναι κάτι που αντιλαμβάνονται οι πάντες, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της Τουρκίας

Διαδοχικές ελληνικές κυβερνήσεις, υπό την ηγεσία προσωπικοτήτων με διαφορετικές ιδεολογικές αφετηρίες και προσανατολισμούς, αναζητούν τη βελτίωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Σε όλη αυτή την πορεία υπάρχει και άλλη μια εξαιρετικά σημαντική  παράμετρος που ίσως δεν αναγνωρίζεται στον βαθμό που της αξίζει και της αναλογεί.  Και αυτή δεν είναι άλλη από τις ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις. Η ετοιμότητα και η ικανότητα των οποίων είναι αξιοθαύμαστες. Και μπορεί –και σωστά– να μην κραυγάζουμε για τη στρατιωτική μας ισχύ, αλλά αυτή υφίσταται και αποδεικνύεται καθημερινά, στη θάλασσα, στον αέρα και στην ξηρά. Και πραγματικά όποιος επιλέξει να την αγνοήσει θα έχει σημαντικό κόστος.

Πέραν της προφανούς κινητικότητας στο διπλωματικό πεδίο, και τις συνεχείς επικοινωνίες του πρωθυπουργού με τους περισσότερους ηγέτες χωρών με πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιοχή – Μέρκελ, Μακρόν, Σίσι– και τις διά ζώσης επαφές του υπουργού Εξωτερικών σε Βιέννη (Πομπέο), Ιερουσαλήμ, Κάιρο και Λευκωσία, υπήρξε και μια άμεση, ευρεία και ιδιαίτερα αποτελεσματική κινητοποίηση των Ενόπλων Δυνάμεων.

Η εμπειρία, ο επαγγελματισμός, το ηθικό και η αποτελεσματικότητα των πληρωμάτων των πολεμικών πλοίων της χώρας λειτουργούν πολλαπλασιαστικά, αυξάνοντας την επιχειρησιακή διαθεσιμότητα του Ναυτικού το οποίο αντεπεξέρχεται στην πρόκληση της επικίνδυνης φάσης που διανύουμε, καλύπτοντας σε σημαντικό βαθμό τα αντικειμενικά κενά που προκάλεσε η πολυετής και βαθιά οικονομική κρίση.

Οι ειδικοί εξαίρουν το πολεμικό ναυτικό για την ταχεία, συγκρατημένη και συγκροτημένη ενεργοποίησή του. Συχνά ο ανθρώπινος παράγοντας κάνει τη διαφορά.

Με την πλήρη στρατηγική ανάπτυξη και τους σωστούς τακτικούς ελιγμούς στους οποίους προέβησαν τα ελληνικά πλοία δεν επετράπη στο «Ορούτς Ρέις» να φέρει εις πέρας το έργο του και να συλλέξει αξιοποιήσιμες πληροφορίες από τον βυθό σε περιοχές όπου η Ελλάδα στηριζόμενη στις πρόνοιες του δικαίου της θάλασσας, διεκδικεί το αποκλειστικό δικαίωμα εκμετάλλευσης.

Αποφύγαμε την κλιμάκωση, αλλά αποδείξαμε ότι είμαστε εκεί, ικανοί να προκαλέσουμε ζημιά εάν η άλλη πλευρά υπερβεί τα όρια και τις κόκκινες γραμμές.

Η ελληνική πολιτική ηγεσία εστιάζει στη διπλωματία, σέβεται τον ρόλο, την επιρροή και τις αποφάσεις των διεθνών οργανισμών και χαιρετίζει κάθε καλόπιστη μεσολαβητική πρωτοβουλία.

Παράλληλα, στη διαχείριση αυτού του εύφλεκτου σκηνικού στηρίζεται στην αποτρεπτική ισχύ των Ενόπλων Δυνάμεων της χώρας που αποδεικνύουν ότι ανταποκρίνονται στον μέγιστο βαθμό.